Μεγάλες αποκλίσεις στους μισθούς αποκαλύπτει ο ΟΟΣΑ, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τη δύσκολη θέση της Ελλάδας, όπου το εισόδημα παραμένει χαμηλό και η αγοραστική δύναμη δεν αρκεί για να καλύψει το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Σύμφωνα με την έκθεση «Taxing Wages 2026», οι μέσοι ετήσιοι ακαθάριστοι μισθοί παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις, ξεκινώντας από 18.590 ευρώ στην Τουρκία και φτάνοντας τα 107.487 ευρώ στην Ελβετία, η οποία διατηρεί την πρώτη θέση. Ακολουθούν η Ισλανδία και το Λουξεμβούργο, ενώ στις επόμενες θέσεις βρίσκονται χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης, όπως η Δανία και η Ολλανδία.
Ανάμεσα στις μεγάλες οικονομίες, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο κινούνται σε υψηλά επίπεδα, ενώ αισθητά χαμηλότερα βρίσκονται η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, επιβεβαιώνοντας την απόσταση που χωρίζει τις διαφορετικές «ταχύτητες» της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η Ελλάδα καταγράφει μέσο ετήσιο ακαθάριστο μισθό 26.563 ευρώ και συγκαταλέγεται στις χώρες με αποδοχές κάτω των 30.000 ευρώ. Ωστόσο, σε όρους αγοραστικής δύναμης η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη, καθώς το εισόδημα αντιστοιχεί σε 50.974 δολάρια. Παρά τη σχετική αυτή προσαρμογή, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται κοντά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πίσω από τα στοιχεία αυτά αποτυπώνεται μια μακρά περίοδος συρρίκνωσης. Οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα έχουν μειωθεί κατά 21,2% από το 2010, εξέλιξη που καθιστά τη χώρα μοναδική μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών. Έτσι, παρά τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό τα τελευταία χρόνια, η συνολική εικόνα δεν έχει ανατραπεί.
Η γεωγραφική κατανομή των μισθών παραμένει σαφής: οι χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης καταλαμβάνουν τις υψηλότερες θέσεις, ενώ εκείνες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης συγκεντρώνονται στα χαμηλότερα επίπεδα. Ενδεικτικό είναι ότι εννέα από τις 22 χώρες της ΕΕ καταγράφουν μέσους μισθούς κάτω από τα 30.000 ευρώ.
Η εικόνα διαφοροποιείται όταν λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, καθώς περιορίζεται το μισθολογικό χάσμα. Ωστόσο, οι αποκλίσεις παραμένουν σημαντικές, επιβεβαιώνοντας ότι το επίπεδο διαβίωσης εξακολουθεί να διαφέρει αισθητά μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, οι διαφορές στους μισθούς καθορίζονται κυρίως από την παραγωγικότητα, τη δομή της οικονομίας, τους θεσμούς της αγοράς εργασίας και το κόστος ζωής. Χώρες με ισχυρούς κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας και ανεπτυγμένα συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων εμφανίζουν σταθερά υψηλότερες αποδοχές.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ επιβεβαιώνουν ότι, παρά τις επιμέρους συγκλίσεις, η Ευρώπη εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονες μισθολογικές ανισότητες, με την Ελλάδα να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαχρονική πρόκληση σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.