Στην τελική ευθεία εισέρχεται ο σχεδιασμός για την ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων στην Ελλάδα, ένα έργο που είχε εξαγγελθεί ήδη από το 2019 και πλέον φαίνεται να αποκτά «σάρκα και οστά».
Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Μανώλης Γραφάκος, επιβεβαίωσε ότι η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για τη δημιουργία ενός δικτύου έξι μονάδων σε όλη τη χώρα βρίσκεται πολύ κοντά στην έγκριση.
Το τέλος της χωματερής περνά από την ενέργεια
Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι οι μονάδες αυτές θα υποδέχονται τα υπολείμματα που προκύπτουν μετά την επεξεργασία των σύμμεικτων σκουπιδιών σε μονάδες όπως αυτή της Ηπείρου.
Στόχος είναι το 2030 η Ελλάδα να έχει περιορίσει δραστικά την ταφή απορριμμάτων, μετατρέποντας το μη ανακυκλώσιμο υπόλειμμα σε ενέργεια. Η συνολική δυναμικότητα του δικτύου εκτιμάται στους 1,18 εκατ. τόνους ετησίως.
Το «ρίσκο» της υπερδιαστασιολόγησης
Ωστόσο, η ΡΑΑΕΥ (Ρυθμιστική Αρχή) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το λεγόμενο «ρυθμιστικό ρίσκο». Το κεντρικό ερώτημα είναι: αν φτιάξουμε πολύ μεγάλες μονάδες καύσης, μήπως τελικά «θυσιάσουμε» την ανακύκλωση για να έχουμε σκουπίδια να κάψουμε;
Το Υπουργείο φαίνεται να υποχωρεί στις πιέσεις της αγοράς και της αυτοδιοίκησης, εξετάζοντας πλέον το σενάριο για μικρότερες μονάδες, με τον στόχο της ανακύκλωσης να ανεβαίνει από το 65% στο 70%.
Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο;
Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα για τους Δήμους και τους πολίτες είναι το κόστος. Η βιωσιμότητα των μονάδων θα βασιστεί στην πώληση ρεύματος αλλά και στο “gate fee” (τέλος εισόδου). Η ηγεσία της ΡΑΑΕΥ υπογραμμίζει ότι το κόστος πρέπει να είναι δίκαιο και ανταποδοτικό, ώστε να μην δούμε νέα εκτίναξη των δημοτικών τελών.
Για την Ήπειρο, η οποία διαθέτει ήδη μια από τις πλέον σύγχρονες μονάδες επεξεργασίας, ο νέος σχεδιασμός θα κρίνει πού και πώς θα διατίθεται το υπόλειμμα που σήμερα καταλήγει στους ΧΥΤΥ.