Μία σειρά από συγκεκριμένα ερωτήματα για την κατάσταση των σηράγγων της Εγνατίας Οδού, τις κυκλοφοριακές στενώσεις, τα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη αλλά και τον ρόλο του ιδιώτη παραχωρησιούχου έμειναν χωρίς σαφή απάντηση στη Βουλή.
Και δεν είναι η πρώτη φορά…
Το σημαντικότερο ωστόσο που δεν απαντά η κυβέρνηση αφορά στο γεγονός ότι μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου όπου η Εγνατία ήταν υπό κρατικό έλεγχο δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο και ξαφνικά την 1η Ιανουαρίου που πέρασε σε ιδιώτη ανέκυψαν ζητήματα ασφάλειας..
Το κράτος δηλαδή ομολογεί έμμεσα ότι άφηνε χιλιάδες οδηγούς να κυκλοφορούν σε έναν δρόμο με κινδύνους.. Κι αυτό δεν απασχολεί κανέναν!
Η συζήτηση στη Βουλή έγινε με αφορμή την ερώτηση της ανεξάρτητης βουλευτή Καλλιόπης Βέττα προς τον Υπουργό Υποδομών Χρίστο Δήμα. Ο Υπουργός επικαλέστηκε την ασφάλεια των σηράγγων, τις απαιτήσεις της Διοικητικής Αρχής Σηράγγων και το συμβατικό χρονοδιάγραμμα για τις παρεμβάσεις, δίνοντας ως ανώτατο ορίζοντα τους 36 μήνες για την ολοκλήρωση των εργασιών στο σύνολο των 69 σηράγγων.
Όμως αυτό δεν ήταν το σύνολο των ερωτημάτων που τέθηκαν.
Η Καλλιόπη Βέττα ζήτησε συγκεκριμένα να πληροφορηθεί αν υπάρχει μελέτη του ΤΑΙΠΕΔ που να εξετάζει στοχευμένες παρεμβάσεις στις σήραγγες, αντί για οριζόντιες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις. Πρόκειται για ένα κρίσιμο ερώτημα, καθώς σήμερα οι οδηγοί της Εγνατίας αντιμετωπίζουν εκτεταμένες στενώσεις και μονοδρομήσεις, με αποτέλεσμα σημαντικές καθυστερήσεις σε έναν αυτοκινητόδρομο που αποτελεί τον βασικό οδικό άξονα της Βόρειας Ελλάδας.
Δεν δόθηκε συγκεκριμένη απάντηση για το αν υπάρχει τέτοια μελέτη και ποια είναι τα συμπεράσματά της.
Επίσης, τέθηκε το ζήτημα των 16 σηράγγων που, σύμφωνα με όσα ανέφερε η βουλευτής επικαλούμενη στοιχεία των εργαζομένων, δεν υπάγονται στο συγκεκριμένο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο επειδή κατασκευάστηκαν πριν από το 2007. Η ερώτηση ήταν σαφής: τι ακριβώς ισχύει για αυτές τις σήραγγες και γιατί απαιτούνται οι συγκεκριμένες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις;
Απάντηση με συγκεκριμένα στοιχεία για τις 16 αυτές σήραγγες δεν δόθηκε.
Ανάλογο ερώτημα τέθηκε και για τις 19 σήραγγες που έχουν βρεθεί στο επίκεντρο των παρεμβάσεων. Η συζήτηση δεν κατέληξε σε αναλυτική εικόνα για το ποιες εργασίες έχουν ήδη ολοκληρωθεί, ποιες βρίσκονται σε εξέλιξη και ποιες απομένουν.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς η βουλευτής επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025 είχε υλοποιηθεί περίπου το 90% των εργασιών που είχαν ζητηθεί από τη Διοικητική Αρχή Σηράγγων. Το ερώτημα που προκύπτει είναι τι ακριβώς άλλαξε από τότε και ποιο είναι σήμερα το πραγματικό επίπεδο συμμόρφωσης των σηράγγων.
Χωρίς συγκεκριμένη απάντηση έμεινε και ένα ακόμη πρακτικό ερώτημα: οι εργασίες για τις οποίες έχουν επιβληθεί οι σημερινές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις πραγματοποιούνται αυτή τη στιγμή και, αν ναι, σε ποιο στάδιο βρίσκονται;
Ο Υπουργός αναφέρθηκε στο χρονοδιάγραμμα που έχει καταθέσει ο παραχωρησιούχος, χωρίς όμως να παρουσιάσει στη Βουλή αναλυτική εικόνα για το ποια έργα εκτελούνται σήμερα και σε ποιες σήραγγες.
Σημαντικό ήταν και το ερώτημα για το ενδεχόμενο καθυστερήσεων ή καταχρηστικών πρακτικών από την πλευρά του παραχωρησιούχου. Η βουλευτής ζήτησε να αποσαφηνιστεί ποιοι ελέγχουν τις εργασίες, τις μελέτες, τις πιστοποιήσεις και τις οικονομικές απαιτήσεις του ιδιώτη, σε μία περίοδο κατά την οποία οι δημόσιες τεχνικές και διοικητικές υπηρεσίες εμφανίζονται περιορισμένες σε προσωπικό.
Και αυτό το σκέλος δεν απαντήθηκε επί της ουσίας.
Η συζήτηση άφησε επίσης ανοιχτό το ζήτημα των χρηματοδοτήσεων που συνδέονται με τη νέα περίοδο της παραχώρησης. Η βουλευτής αναφέρθηκε στα 180 εκατομμύρια ευρώ από ειδικό χρηματοδοτικό εργαλείο, με δυνατότητα το ποσό να φτάσει ακόμη και στα 350 εκατομμύρια ευρώ, και ζήτησε να αποσαφηνιστεί ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο των νέων έργων και με ποιους όρους αυτά εντάσσονται στη νέα διαδικασία.
Ούτε εδώ υπήρξε αναλυτική απάντηση.
Ακόμη πιο άμεσο για τους οδηγούς ήταν το ερώτημα για τα διόδια.
Η βουλευτής συνέδεσε τις αυξήσεις των διοδίων με την πραγματική κατάσταση του δρόμου, θέτοντας το αυτονόητο ερώτημα: όταν ένας αυτοκινητόδρομος λειτουργεί με εκτεταμένες στενώσεις, μονοδρομήσεις και καθυστερήσεις, γιατί ο χρήστης καλείται να πληρώνει αυξημένο αντίτιμο;
Ο Χρίστος Δήμας παρέπεμψε στη σύμβαση παραχώρησης, υποστηρίζοντας ότι τα διόδια, οι σταθμοί και οι προβλεπόμενες απαλλαγές καθορίζονται από τη σύμβαση και δεν αποτελούν μονομερή απόφαση του Υπουργείου.
Η απάντηση αυτή όμως δεν έδωσε λύση στο βασικό πολιτικό ερώτημα που τέθηκε: αν η Εγνατία δεν παρέχεται σήμερα στον οδηγό στην πλήρη λειτουργική της μορφή, υπάρχει δυνατότητα προσαρμογής του κόστους χρήσης της;
Αυτό που τελικά έμεινε από τη συζήτηση είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο για τους οδηγούς δεδομένο. Οι σημερινές ρυθμίσεις παρουσιάζονται ως προσωρινές, όμως το συμβατικό χρονοδιάγραμμα επιτρέπει εργασίες έως και 36 μήνες. Δηλαδή, η «προσωρινή» ταλαιπωρία μπορεί να συνεχιστεί για περίπου τρία χρόνια.
Την ίδια στιγμή, το κόστος χρήσης της Εγνατίας αυξάνεται.
Και κάπου εδώ βρίσκεται το βασικό ερώτημα που δεν απαντήθηκε στη Βουλή: ποιος προστατεύει τον χρήστη της Εγνατίας όταν πληρώνει περισσότερο για έναν δρόμο στον οποίο η πρόσβαση και η κυκλοφορία παραμένουν περιορισμένες;
Η επίκληση της οδικής ασφάλειας είναι αυτονόητα ισχυρή. Αυτό όμως δεν απαντά στα ερωτήματα για το τι ακριβώς έχει γίνει στις σήραγγες, τι απομένει να γίνει, γιατί επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις, ποιο είναι το πραγματικό χρονοδιάγραμμα και κυρίως γιατί ο οδηγός πρέπει να επωμιστεί το κόστος μιας μεταβατικής περιόδου που μπορεί να διαρκέσει τρία χρόνια.