Μαραθώνια ήταν η συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο Ιωαννίνων για την κατάσταση στην τάφρο της Λαψίστας, με το βασικό ερώτημα να παραμένει αναπάντητο.. Ποιος ή τι προκαλεί τη ρύπανση που εδώ και 13 μήνες έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην άρδευση του κάμπου;
Παρά τις δειγματοληψίες και τις αναλύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, μέχρι σήμερα δεν έχει καταστεί δυνατό να εντοπιστεί με σαφήνεια η πηγή ή οι πηγές της ρύπανσης.
Δήμος Ιωαννιτών και ΔΕΥΑΙ, πάντως, απορρίπτουν ότι η ρύπανση προέρχεται από τις εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού, τόσο από την παλιά μονάδα που εκσυγχρονίστηκε όσο και από τη νέα.
Για πρώτη φορά, ωστόσο, στη δημόσια συζήτηση τέθηκε με μεγαλύτερη ένταση το ενδεχόμενο η ρύπανση να συνδέεται με βυτιοφόρα που μεταφέρουν λύματα και όσα δεν γίνονται δεκτά στον βιολογικό είναι άγνωστο που τελικά αδειάζουν.
«Να εντοπίσουμε τις πηγές ρύπανσης»
Ο επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης Δημήτρης Παπαγεωργίου, πρότεινε να υπάρξει κοινή συμφωνία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων για τον τρόπο των ελέγχων.
«Μπορούμε να συμφωνήσουμε από κοινού ποιος θα κάνει τις μετρήσεις και σε ποια σημεία θα γίνουν», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει στον εντοπισμό των πηγών ρύπανσης.
Όπως ανέφερε, στόχος πρέπει να είναι να εντοπιστούν οι πηγές και να επιδιωχθεί η παύση της ρύπανσης, μέσα από συνεργασία του ΤΟΕΒ, της ΔΕΥΑΙ και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Καλογιάννη: «Δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα»
Ιδιαίτερα αυστηρή ήταν η τοποθέτηση της Τατιάνας Καλογιάννη, η οποία χαρακτήρισε το ζήτημα ιδιαίτερα σοβαρό, επισημαίνοντας ότι δεν αφορά μόνο την προστασία του περιβάλλοντος.
Όπως ανέφερε, η χρήση μολυσμένου νερού για άρδευση δημιουργεί σοβαρές επιπτώσεις και ζήτησε άμεσο έλεγχο από επιστήμονες, ώστε να διαπιστωθεί η έκταση της ρύπανσης, οι πιθανές πηγές και οι ευθύνες.
Παράλληλα, ζήτησε συγκεκριμένο σχέδιο και χρονοδιάγραμμα για την αναβάθμιση του αρδευτικού συστήματος, καθώς και συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων για οριστική λύση.
Γκόντας: «Βασική αιτία ήταν τα βυτιοφόρα»
Στα βυτιοφόρα στάθηκε ιδιαίτερα ο πρώην δήμαρχος Νίκος Γκόντας.
Όπως ανέφερε, απαιτούνται «ρήξεις και τομές», σημειώνοντας ότι τα βυτιοφόρα θα πρέπει να μεταφέρουν μόνο αστικά λύματα.
«Αυτό όμως δεν συμβαίνει», υποστήριξε, ζητώντας να εντοπιστούν οι ρυπαντές.
Ο κ. Γκόντας ανέφερε ότι και κατά την περίοδο που διοικούσε τον Δήμο είχε εντοπιστεί ως βασική αιτία το ζήτημα των βυτιοφόρων και ζήτησε αυστηρούς ελέγχους στα βυτιοφόρα, αλλά και σε όλο το μήκος της τάφρου.
Κολόκας: «Δεν υπάρχει έμβια ζωή από το Πέραμα μέχρι την Ελεούσα»
Ο Παντελής Κολόκας, επικεφαλής της παράταξης «Γιάννενα Όμορφη Πόλη» στάθηκε στις δειγματοληψίες και τις αναλύσεις που πραγματοποιούνται, σημειώνοντας ότι η φύλαξη στην τάφρο φαίνεται να έχει αποδώσει, καθώς καταγράφεται βελτίωση σε ορισμένους δείκτες.
Ωστόσο, η εικόνα που περιέγραψε παραμένει ιδιαίτερα ανησυχητική.
Όπως ανέφερε, από το Πέραμα μέχρι την Ελεούσα δεν υπάρχει έμβια ζωή στην τάφρο, γεγονός που καθιστά, όπως είπε, επιτακτική την ανάγκη να εντοπιστούν οι πηγές ρύπανσης και να εξαλειφθούν.
Τσουμάνη: «Το πρόβλημα είναι ετών»
Για διαχρονικό πρόβλημα έκανε λόγο η επικεφαλής της ΛΑΣΥ Όλυ Τσουμάνη, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε ζήτημα με τα φρεάτια και ότι το πρόβλημα δεν είναι σημειακό αλλά αφορά μεγαλύτερη έκταση και βάθος χρόνου.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι πίσω από την κατάσταση στον κάμπο της Λαψίστας μπορεί να υπάρχουν ευρύτεροι σχεδιασμοί αλλαγής χρήσεων γης, υποστηρίζοντας ότι απαιτείται σύγκρουση με αυτή την πολιτική.
Παπαδιώτης: «Ανοιχτοί σε οποιονδήποτε έλεγχο στην εκροή»
Από την πλευρά της ΔΕΥΑΙ, ο Πρόεδρός της Γιώργος Παπαδιώτης υπογράμμισε ότι η επιχείρηση είναι ανοιχτή σε οποιονδήποτε έλεγχο στην εκροή του βιολογικού, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν μπορεί να γίνει έλεγχος στην ίδια την τάφρο με τον ίδιο τρόπο, καθώς πρόκειται για ένα ανοιχτό σύστημα.
«Να συνεργαστούμε με όλους ώστε να εντοπιστούν οι ρύποι», ανέφερε.
Σε ό,τι αφορά τα βυτιοφόρα, υποστήριξε ότι ελέγχονται πλέον αυστηρά και πως όταν τα λύματα δεν είναι αστικά, δεν γίνονται δεκτά από τη ΔΕΥΑΙ.
Το κρίσιμο ερώτημα, όπως ανέφερε, είναι τι γίνονται αυτά τα λύματα στη συνέχεια, καθώς η ΔΕΥΑΙ δεν έχει εικόνα για την τελική τους διαχείριση. «Τι τα κάνουν δεν γνωρίζω και κρούω τον κώδωνα του κινδύνου» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι δεν αναμένεται να υπάρξουν υπερχειλίσεις φρεατίων τον χειμώνα, καθώς θα λειτουργεί το ελεγχόμενο σύστημα bypass, το οποίο είναι αδειοδοτημένο.
Στόχος είναι από την επόμενη αρδευτική περίοδο να υπάρξει και άδεια άρδευσης, ενώ σε περιπτώσεις που κινδυνεύει η μονάδα θα γίνεται παράκαμψη ελεγχόμενης ποσότητας λυμάτων.
Μπέγκας: «Δεν μπορούμε να βρούμε την αιτία»
Ο δήμαρχος Ιωαννίνων Θωμάς Μπέγκας στάθηκε στη δυσκολία εντοπισμού της πηγής της ρύπανσης, καθώς πρόκειται για μία ανοιχτή τάφρο μήκους 17 χιλιομέτρων.
«Εμείς δεν μπορούμε να βρούμε την αιτία της ρύπανσης της τάφρου», ανέφερε, τονίζοντας ότι ο Δήμος συνεργάζεται με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς προκειμένου να προστατευθεί η τάφρος.
Παράλληλα, σημείωσε ότι γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί νερό για άρδευση, ενώ έθεσε δύο ακόμη σοβαρά ζητήματα που συνδέονται άμεσα με την κατάσταση στον κάμπο.
Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι ο ΓΟΕΒ δεν λειτουργεί και το δεύτερο ότι το αρδευτικό δίκτυο του κάμπου της Λαψίστας είναι κατεστραμμένο.
«Κάποιοι έχουν ευθύνη για αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει
Η πολύωρη συζήτηση ανέδειξε τα πολλά και σύνθετα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί γύρω από την τάφρο της Λαψίστας, χωρίς όμως να δώσει την απάντηση στο βασικό ερώτημα.
Δεκατρείς μήνες μετά την κορύφωση της κρίσης, η πηγή της ρύπανσης εξακολουθεί να μην έχει εντοπιστεί.
Το επόμενο βήμα, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις, είναι να υπάρξει συντονισμένος έλεγχος από τους αρμόδιους φορείς, με συγκεκριμένα σημεία δειγματοληψίας και σαφή καταμερισμό ευθυνών.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να διαπιστωθεί ότι υπάρχει ρύπανση. Είναι να απαντηθεί από πού προέρχεται, ποιος ευθύνεται και κυρίως πώς θα σταματήσει, ώστε ο κάμπος της Λαψίστας να μπορέσει να αποκτήσει ξανά ασφαλές νερό για άρδευση.