Με σαλμονέλα τα πρώτα κοτόπουλα της Mercosur που έφτασαν στην Ελλάδα

kotopoula medium

Σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των εισαγόμενων τροφίμων και τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση προκαλούν τα ευρήματα από ελέγχους σε κατεψυγμένα κοτόπουλα προέλευσης Βραζιλίας, στο πλαίσιο της υπό συζήτηση εμπορικής συμφωνίας ΕΕ–Mercosur.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των κτηνιατρικών εργαστηρίων της Αγίας Παρασκευής, περίπου το 80% των πρώτων παρτίδων που ελέγχθηκαν εντοπίστηκε μολυσμένο με σαλμονέλα, γεγονός που οδήγησε στην άμεση απόρριψη και επιστροφή τους.

Το στοιχείο αυτό επιβεβαίωσε σε συνέντευξη Τύπου ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών του Δημοσίου, Νίκος Κακαβάς, προκαλώντας έντονο προβληματισμό για την επάρκεια των ελέγχων στα εισαγόμενα προϊόντα.

Αντιδράσεις για τη συμφωνία Mercosur

Το περιστατικό έρχεται σε μια περίοδο έντονων αντιδράσεων για τη συμφωνία εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία κύρωσης.

Ο κ. Κακαβάς έκανε λόγο για σοβαρές επιπτώσεις στον πρωτογενή τομέα, υποστηρίζοντας ότι η διεύρυνση των εισαγωγών υπονομεύει την εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα, ανέφερε ότι οι κτηνιατρικές υπηρεσίες λειτουργούν με στελέχωση που δεν ξεπερνά το 40% των οργανικών θέσεων, γεγονός που επηρεάζει άμεσα την αποτελεσματικότητα των ελέγχων.

Προειδοποιήσεις από την πτηνοτροφία

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Πτηνοτροφίας, η οποία με επιστολή προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης έχει ήδη προειδοποιήσει για τους κινδύνους που εγκυμονεί η συμφωνία για τον κλάδο.

Όπως επισημαίνεται, η ελληνική πτηνοτροφία αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της επισιτιστικής επάρκειας, ωστόσο βρίσκεται αντιμέτωπη με συνθήκες άνισου ανταγωνισμού, καθώς οι παραγωγοί της ΕΕ υπόκεινται σε αυστηρότερους κανόνες περιβάλλοντος και ευζωίας ζώων.

Πού καταλήγουν τα εισαγόμενα προϊόντα

Στην επιστολή υπογραμμίζεται ακόμη ότι τα εισαγόμενα προϊόντα συχνά διοχετεύονται σε μεταποιημένα τρόφιμα και στον χώρο της εστίασης, όπου δεν απαιτείται πάντα σαφής αναγραφή προέλευσης, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα ενημέρωσης του καταναλωτή.

Παρά τις προβλέψεις για συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, οι φορείς του κλάδου σημειώνουν ότι η πλήρης επαλήθευση στην πράξη παραμένει δύσκολη.