Στην κορυφή των ελληνικών εξαγωγών προς το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται το ελληνικό γιαούρτι, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική παρουσία των ελληνικών γαλακτοκομικών προϊόντων σε μία από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές αγορές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της βρετανικής Υπηρεσίας Εσόδων και Τελωνείων (HMRC), τα οποία περιλαμβάνονται στο τελευταίο Δελτίο Οικονομικών και Επιχειρηματικών Εξελίξεων του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, οι εξαγωγές ελληνικού γιαουρτιού έφτασαν τα 152,57 εκατ. στερλίνες κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Αυγούστου 2026.
Πρόκειται για αύξηση 67,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο οκτάμηνο του 2025, επίδοση που φέρνει το γιαούρτι στην πρώτη θέση της κατάταξης των ελληνικών εξαγώγιμων προϊόντων προς τη βρετανική αγορά.
Στη δεύτερη θέση βρίσκονται οι σωλήνες κυκλικής διατομής από σίδηρο και χάλυβα, με εξαγωγές 107,94 εκατ. στερλινών και εντυπωσιακή αύξηση 7.804,1%. Ακολουθούν τα κατεργασμένα έλαια πετρελαίου, με 94,61 εκατ. στερλίνες και άνοδο 268,1%, καθώς και τα μονωμένα σύρματα και καλώδια, με 91,88 εκατ. στερλίνες, αυξημένα κατά 45,8%.
Σημαντική θέση στην κατάταξη διατηρούν και άλλα ελληνικά προϊόντα. Τα φάρμακα σε δόσεις ή συσκευασίες λιανικής πώλησης κατέγραψαν εξαγωγές 82,89 εκατ. στερλινών, παρά τη μείωση κατά 15,6%, ενώ τα ελληνικά τυριά βρέθηκαν στην έκτη θέση με 77,43 εκατ. στερλίνες και αύξηση 16,7%.
Την πρώτη δεκάδα συμπληρώνουν οι χαλκοσωλήνες, τα προϊόντα αλουμινίου, οι μετρητές παροχής και παραγωγής ενέργειας και τα λαχανικά που παρασκευάζονται σε ξίδι ή οξικό οξύ.
Η άνοδος του ελληνικού γιαουρτιού εντάσσεται σε μια συνολικά θετική πορεία των ελληνικών εξαγωγών προς τη Βρετανία. Κατά το πρώτο οκτάμηνο του 2026, η αξία τους ανήλθε σε 1,32 δισ. στερλίνες, έναντι 1,02 δισ. την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας αύξηση 29%.
Αντίθετα, οι βρετανικές εξαγωγές προς την Ελλάδα αυξήθηκαν μόλις κατά 1,1%, φτάνοντας τα 650,94 εκατ. στερλίνες.
Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα το εμπορικό πλεόνασμα υπέρ της Ελλάδας να διευρυνθεί κατά 76,9%, φτάνοντας τα 665,12 εκατ. στερλίνες, από 376,03 εκατ. το αντίστοιχο οκτάμηνο του 2025. Ο συνολικός όγκος του διμερούς εμπορίου διαμορφώθηκε σε 1,97 δισ. στερλίνες, αυξημένος κατά 18,2%.