Σημαντική υποχώρηση καταγράφει η καλλιέργεια αρωματικών φυτών στην Ήπειρο, παρά το γεγονός ότι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αναφέρει μια σειρά από διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία και ενισχύσεις για τον συγκεκριμένο τομέα.
Τα στοιχεία του ΟΣΔΕ που περιλαμβάνονται σε απάντηση του Υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Ιωάννη Ανδριανού σε κοινοβουλευτική ερώτηση της Ελληνικής Λύσης και του βουλευτή Κωνσταντίνου Χήτα είναι αποκαλυπτικά.
Στην Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων, οι εκτάσεις που δηλώθηκαν ως καλλιέργειες αρωματικών φυτών μειώθηκαν από 178,48 εκτάρια το 2024 σε μόλις 87,09 εκτάρια το 2025.
Πρόκειται για μείωση της τάξης του 51,2% μέσα σε έναν χρόνο.
Παράλληλα, μειώθηκε και ο αριθμός των παραγωγών. Από 197 ΑΦΜ το 2024, το 2025 καταγράφηκαν 159 παραγωγοί, δηλαδή 38 λιγότεροι ή περίπου 19,3%.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στην Π.Ε. Θεσπρωτίας. Οι εκτάσεις αρωματικών φυτών υποχώρησαν από 49,74 εκτάρια το 2024 σε 17,14 εκτάρια το 2025, καταγράφοντας μείωση περίπου 65,5%. Ο αριθμός των παραγωγών μειώθηκε από 56 σε 46.
Σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται η Π.Ε. Φλώρινας, όπου η μείωση είναι σαφώς μικρότερη. Οι εκτάσεις περιορίστηκαν από 191,73 σε 183,28 εκτάρια, δηλαδή κατά περίπου 4,4%, ενώ οι παραγωγοί μειώθηκαν από 182 σε 169.
Τα διαθέσιμα εργαλεία ενίσχυσης
Η απάντηση του Υπουργείου επισημαίνει ότι τα αρωματικά φυτά μπορούν να ενταχθούν σε παρεμβάσεις και των δύο πυλώνων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Στον Πυλώνα Ι περιλαμβάνονται η ενίσχυση για τη χρήση ανθεκτικών και προσαρμοσμένων ειδών και ποικιλιών, καθώς και η διατήρηση μεθόδων βιολογικής γεωργίας.
Στον Πυλώνα ΙΙ προβλέπονται μεταξύ άλλων επενδύσεις στη μεταποίηση και εμπορία, εγκατάσταση νέων γεωργών και σχέδια βελτίωσης, ενώ μέσω των προγραμμάτων LEADER μπορούν να χρηματοδοτηθούν επενδυτικά σχέδια οικοτεχνίας και μεταποίησης.
Το Υπουργείο αναφέρει επίσης ότι οι Οργανώσεις Παραγωγών μπορούν να υλοποιούν δράσεις προώθησης και εμπορίας, περιβαλλοντικές δράσεις και αναδιάρθρωση καλλιεργειών. Στα αρωματικά φυτά που μπορούν να ενταχθούν στα σχετικά επιχειρησιακά προγράμματα περιλαμβάνονται ο κρόκος, το θυμάρι, ο βασιλικός, το μελισσόχορτο, ο δυόσμος, το δενδρολίβανο, το φασκόμηλο και η ρίγανη.
Ωστόσο, τα ίδια τα στοιχεία της αγροτικής δραστηριότητας στην Ήπειρο δείχνουν ότι, τουλάχιστον μεταξύ 2024 και 2025, η καλλιέργεια αρωματικών φυτών δεν ακολούθησε ανοδική πορεία.
Στα Ιωάννινα, όπου βρίσκεται και η μεγαλύτερη καλλιεργούμενη έκταση μεταξύ των δύο Περιφερειακών Ενοτήτων της Ηπείρου που περιλαμβάνονται στα στοιχεία, μέσα σε έναν χρόνο χάθηκε περισσότερη από τη μισή έκταση.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο τα υφιστάμενα χρηματοδοτικά εργαλεία είναι επαρκή ή επαρκώς προσβάσιμα στους παραγωγούς, αλλά και για τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η καλλιέργεια στην ορεινή και ημιορεινή Ήπειρο.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια περιοχή όπου τα αρωματικά φυτά έχουν κατά καιρούς παρουσιαστεί ως μια καλλιέργεια με δυνατότητες διαφοροποίησης της αγροτικής παραγωγής και αξιοποίησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ηπειρωτικού τοπίου.