Αντιδράσεις και διαβεβαιώσεις για τα πετρέλαια

Μετά τα Γιάννινα σε ρυθμούς… πετρελαίων κινείται και ο Νομός Θεσπρωτίας. Με δύο διαδοχικές ημερίδας, στην Παραμυθιά και την Ηγουμενίτσα, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και κορυφαίοι επιστήμονες απαντούν σε θέματα που έχουν αναδειχθεί το τελευταίο διάστημα, ελπίζοντας ότι με την ενημέρωση θα καμφθούν οι αντιδράσεις ή οι επιφυλάξεις που εκφράζονται στο πρόγραμμα έρευνας εντοπισμού υδρογονανθράκων.

Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Περιβάλλοντος Μιχάλης Βερροιόπουλος, επανέλαβε με έμφαση ότι η ελληνική οικονομία και η ενεργειακή απεξάρτηση της χώρας, επιβάλλουν την έρευνα για τον εντοπισμό πετρελαικών κοιτασμάτων ή κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Διαβεβαίωσε ότι εκ μέρους του Υπουργείου και της Πολιτείας έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα ώστε οι έρευνες να πραγματοποιηθούν χωρίς κανένα περιβαλλοντικό κόστος.

Και στην Θεσπρωτία έγινε εκτενής παρουσίαση τόσο του θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου όσο και του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιείται η έρευνα. Σημειώνεται δε ότι στην Ήπειρο ανάλογες έρευνες έχουν γίνει πολλές φορές στο παρελθόν, χωρίς να υπάρξουν αντιδράσεις και χωρίς να έχουν καταγραφεί συνέπειες στο περιβάλλον.

Τονίστηκε δε ότι η νομοθεσία της χώρας μας και της Ευρώπης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τέτοιων έργων, και δη σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura, είναι εξαιρετικά αυστηρές.

Τη διαβεβαίωση ότι δεν υπάρχει κανένας σεισμικός κίνδυνος, έδωσε ο κ. Γεώργιος Δρακάτος, Διευθυντής Ερευνών τους Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπίου Αθηνών, ο οποίος σημείωσε ότι, αν και όταν ξεκινήσει η εκμετάλλευση και όσα χρόνια και αν διαρκέσει θα πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση με επιπλέον σεισμολογικά όργανα και στενή παρακολούθηση η οποία να σταματήσει όταν θα ολοκληρωθεί η εκμετάλλευση.

Την ίδια διαβεβαίωση, ότι από τις έρευνες δεν υπάρχει κίνδυνος για το υδατικό δυναμικό της Ηπείρου, έδωσε ο κ. Νικολάου Ευάγγελος, Διευθυντής της περιφερειακής Μονάδας Ηπείρου του ΙΓΜΕ.

Τη μεθοδολογία με την οποία γίνεται η έρευνα για την αναζήτηση υδρογονανθράκων, ανέπτυξε ο κ. Γρηγόρης Τσόκας, ∆/ντης του Εργαστηρίου Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής του ΑΠΘ. Ο κ. Τσόκας σημείωσε ότι οι έρευνες αυτές είναι μηδαμινής περιβαλλοντικής όχλησης καθώς γίνονται με μικρή γόμωση (έως 15 κιλά δυναμίτιδας) στα 15 μέτρα περίπου από την επιφάνεια του εδάφους, σε οπές διαμέτρου μόλις 12 εκατοστών,  σε διαδρόμους που θα διανοιχθούν σε πλάτος από 1 έως 3 μέτρα οι οποίοι στη συνέχεια θα αποκατασταθούν, μη αισθητές σε απόσταση μεγαλύτερη των 90-100 μέτρων και ανέφερε ότι στο παρελθόν έχουν διενεργηθεί αρκετές παρόμοιες στην περιοχή της οποίες ουδείς αντελήφθη, ενώ σημείωσε ότι έχουν πραγματοποιηθεί από τη δεκαετία του 70 και μετά στην Ήπειρο και 14 ερευνητικές γεωτρήσεις.

 

Τέλος, την παρουσίαση του Περιβαλλοντικού Σχεδίου Δράσης και Προγράμματος Παρακολούθησης Περιβαλλοντικών και Κοινωνικών Παραμέτρων Γεωφυσικής Έρευνας στην Ήπειρο, έκανε ο κ. Σπύρος Παπαγρηγορίου, Μελετητής Περιβαλλοντικού Σχεδίου Δράσης Προγράμματος Σεισμικών Ερευνών της “ENVECO A.E.” η οποία έχει αναλάβει για λογαριασμό της REPSOL την εκπόνηση του περιβαλλοντικού σχεδίου δράσης.

 

Οι αντιρρήσεις από ομάδες πολιτών που παρέμειναν μέχρι την ολοκλήρωση της ενημέρωσης ήταν έντονες κι αυτή την φορά. Αφενός πρόκειται για αντιρρήσεις που ξεκινούν από λόγους πολιτικούς και ιδεολογικούς σε σχέση με την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου από πολυεθνικές εταιρείες κι αφετέρου από την αδυναμία της πολιτείας κατά το παρελθόν να ελέγξει δραστηριότητες με δυσμενείς συνέπειες στο περιβάλλον.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ