Στο 45% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ηπείρου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024. Η εικόνα αποτυπώνει την απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την περιοχή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τις χρηματοδοτήσεις και τα αναπτυξιακά προγράμματα των τελευταίων ετών.
Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στην έκδοση «Regions in Europe 2026» της Eurostat, η οποία καταγράφει τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες στις περιφέρειες της Ευρώπης. Η σύγκριση γίνεται με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές στο επίπεδο των τιμών μεταξύ των χωρών.
Η Ήπειρος συγκαταλέγεται στις πέντε ελληνικές περιφέρειες όπου το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν φτάνει ούτε στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Στην ίδια ομάδα βρίσκονται το Βόρειο Αιγαίο, με 42%, η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη, επίσης με 45%, η Δυτική Μακεδονία, με 48%, και η Δυτική Ελλάδα, με 49%.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τις έντονες περιφερειακές ανισότητες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία. Ενώ ορισμένες περιοχές συγκεντρώνουν μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας και των επενδύσεων, άλλες παραμένουν σε σημαντική απόσταση από τον μέσο ευρωπαϊκό δείκτη.
Η μεγάλη υποχώρηση στη Δυτική Μακεδονία
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για τη Δυτική Μακεδονία. Σύμφωνα με τη Eurostat, το πραγματικό ΑΕΠ της περιφέρειας μειώθηκε κατά 18% μεταξύ 2019 και 2024, καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη υποχώρηση μεταξύ των περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε μόνο στη νοτιοανατολική Βουλγαρία, όπου το πραγματικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά 20,5%. Ακολούθησε η περιφέρεια του Γκρόνινγκεν στην Ολλανδία, με μείωση 14%, ενώ δύο περιφέρειες της Ρουμανίας κατέγραψαν επίσης διψήφιες απώλειες.
Η σύγκριση αφορά τη συνολική μεταβολή της οικονομικής δραστηριότητας σε πραγματικούς όρους, από το 2019, τελευταίο έτος πριν από την πανδημία, έως το 2024. Δεν σημαίνει ότι το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 18% σε ένα μόνο έτος ούτε ότι τα εισοδήματα όλων των κατοίκων υποχώρησαν κατά το ίδιο ποσοστό.
Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της οικονομικής προσαρμογής της Δυτικής Μακεδονίας μετά την απολιγνιτοποίηση και το κατά πόσο η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο μπορεί να δημιουργήσει επαρκείς θέσεις εργασίας και σταθερές πηγές εισοδήματος.
Η Ευρώπη αναπτύσσεται, αλλά όχι παντού με τον ίδιο ρυθμό
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 5,6% μεταξύ 2019 και 2024. Από τις 244 περιφέρειες επιπέδου NUTS 2 με διαθέσιμα στοιχεία, οι 197 κατέγραψαν αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, οι 46 μείωση και μία παρέμεινε αμετάβλητη.
Τη μεγαλύτερη αύξηση σημείωσε η περιφέρεια Ανατολική και Κεντρική Ιρλανδία, με 38%, ενώ ακολούθησε η Βόρεια και Δυτική Ιρλανδία με 36,4%. Ισχυρή άνοδο κατέγραψαν επίσης η περιοχή του Βουκουρεστίου στη Ρουμανία, η Μάλτα και η γαλλική υπερπόντια περιοχή της Μαγιότ.
Η αντίθεση με τις περιφέρειες που εμφάνισαν συρρίκνωση δείχνει ότι η ανάκαμψη μετά την πανδημία δεν είχε την ίδια ένταση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Για την Ήπειρο, το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η μείωση της απόστασης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το ποσοστό του 45% δεν αποτελεί από μόνο του πλήρη αποτύπωση του βιοτικού επιπέδου ή των εισοδημάτων των νοικοκυριών, συνιστά όμως έναν σημαντικό δείκτη της οικονομικής παραγωγής ανά κάτοικο και της θέσης της περιοχής στον ευρωπαϊκό αναπτυξιακό χάρτη.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι διαθέσιμοι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι, οι επενδύσεις και οι αναπτυξιακές παρεμβάσεις θα μεταφραστούν σε περισσότερη παραγωγική δραστηριότητα, νέες θέσεις εργασίας και καλύτερες οικονομικές προοπτικές για τους κατοίκους της Ηπείρου.