Γιατί κάποιοι νέοι αναζητούν συνεχώς νέες γεύσεις, ενώ άλλοι προτιμούν γνώριμες επιλογές; Γιατί σε συνθήκες άγχους κάποιοι στρέφονται περισσότερο στο φαγητό, ενώ άλλοι χάνουν την όρεξή τους; Και τι μπορεί να αποκαλύψει για τη σχέση μας με το φαγητό ο ρυθμός με τον οποίο τρώμε;
Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να δώσει έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η οποία εξετάζει τη διατροφική συμπεριφορά των νέων της Γενιάς Ζ και αναδεικνύει τον ρόλο που παίζουν τα συναισθήματα, οι αισθήσεις αλλά και το περιβάλλον την ώρα του φαγητού.
Η ερευνητική προσπάθεια υλοποιείται από το Εργαστήριο Χημείας Τροφίμων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο πλαίσιο της «Ηπειρωτικής Γαστρονομίας», πρωτοβουλίας της Περιφέρειας Ηπείρου με ευθύνη υλοποίησης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και τη συμμετοχή της Ένωσης Γαστρονομίας Ηπείρου και τριών φορέων υποστήριξης.
Δύο διαφορετικά προφίλ νέων καταναλωτών
Το πρώτο στάδιο της έρευνας οδήγησε στην αναγνώριση δύο βασικών προφίλ.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι «εξερευνητές» του φαγητού, οι οποίοι αναζητούν ποικιλία και έντονη γευστική εμπειρία. Από την άλλη, οι «ρυθμιστές», που εμφανίζουν μεγαλύτερη αυτορρύθμιση και προσανατολίζονται περισσότερο στα σημάδια κορεσμού.
Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι η διατροφική συμπεριφορά των νέων δεν είναι ενιαία. Πίσω από τις καθημερινές επιλογές στο φαγητό υπάρχουν διαφορετικά μοτίβα, τα οποία συνδέονται με τον τρόπο που κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται την τροφή.
Όταν το συναίσθημα επηρεάζει το φαγητό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κομμάτι της έρευνας που εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα και την κατανάλωση τροφής.
Οι ερευνητές εντόπισαν τέσσερις διαφορετικές συναισθηματικές τάσεις.
Υπάρχουν νέοι που τρώνε λιγότερο όταν αγχώνονται, άλλοι που χάνουν την απόλαυση του φαγητού σε περιόδους έντονης συναισθηματικής φόρτισης, εκείνοι που στρέφονται στο φαγητό αναζητώντας ανακούφιση, αλλά και νέοι που εμφανίζουν υψηλότερη συναισθηματική επίγνωση.
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι οι συναισθηματικές αντιδράσεις φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο από τη λογική σκέψη στην ικανότητα των νέων να διακρίνουν τη φυσική από τη συναισθηματική πείνα.
Με άλλα λόγια, το αν κάποιος τρώει επειδή πραγματικά πεινά ή επειδή βρίσκεται υπό συναισθηματική πίεση δεν εξαρτάται μόνο από το τι σκέφτεται, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο βιώνει και διαχειρίζεται τα συναισθήματά του.
Ο «κρυφός δείκτης» βρίσκεται στην ταχύτητα
Το τρίτο στάδιο της έρευνας στράφηκε σε μια παράμετρο που συνήθως περνά απαρατήρητη: πόσο γρήγορα τρώμε.
Και σε αυτή την περίπτωση προέκυψαν διαφορετικές ομάδες συμπεριφοράς.
Η έρευνα εντόπισε νέους που τρώνε αργά και αντιλαμβάνονται το φαγητό μέσα από όλες τις αισθήσεις, άλλους που έχουν μεγαλύτερη επίγνωση του ρυθμού κατανάλωσής τους, αλλά και εκείνους που επηρεάζονται περισσότερο από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η παρέα και ο θόρυβος.
Μια ακόμη ομάδα συνδέει περισσότερο την κατανάλωση με την αισθητηριακή απόλαυση του φαγητού.
Έτσι, ο ρυθμός με τον οποίο τρώμε αναδεικνύεται σε έναν «κρυφό δείκτη» της διατροφικής συμπεριφοράς, καθώς φαίνεται να συνδέει συναισθηματικούς, αισθητηριακούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Νέο εργαλείο από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Στο πλαίσιο της έρευνας αναπτύχθηκε το Food Consumption Rate Questionnaire (FCRQ), ένα εργαλείο που αξιολογεί διαφορετικές παραμέτρους του τρόπου με τον οποίο καταναλώνεται το φαγητό.
Το ερωτηματολόγιο εξετάζει τη βραδύτητα στην κατανάλωση, την επίγνωση του ρυθμού, την επίδραση εξωτερικών παραγόντων και την αισθητηριακή εμπλοκή με το φαγητό.
Με το FCRQ, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων επιχειρεί να συμβάλει στη διεθνή έρευνα γύρω από τη διατροφική συμπεριφορά των νέων, ενισχύοντας παράλληλα την ερευνητική εξωστρέφεια του Εργαστηρίου Χημείας Τροφίμων.
Από τη Γενιά Ζ στην ηπειρωτική διατροφή
Η συνολική ερευνητική προσπάθεια επιχειρεί να συνθέσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη σχέση της Γενιάς Ζ με το φαγητό.
Από τις γευστικές προτιμήσεις και την αναζήτηση νέων εμπειριών έως τα συναισθήματα, την αντίληψη της πείνας και τον ρυθμό κατανάλωσης, η έρευνα εξετάζει το φαγητό όχι μόνο ως ανάγκη αλλά και ως σύνθετη συμπεριφορά.
Τα ευρήματα μπορούν να αποτελέσουν βάση για δράσεις που συνδέουν τη διατροφική συμπεριφορά των νέων με τη βιώσιμη κατανάλωση, την προώθηση των παραδοσιακών ηπειρωτικών τροφίμων και την επαφή της νέας γενιάς με την τοπική διατροφική κουλτούρα.
Η έρευνα έχει ήδη δημοσιευτεί σε δύο επιστημονικά άρθρα στο περιοδικό Nutrients, με αντικείμενο τις συναισθηματικές επιδράσεις στη διατροφική συμπεριφορά των φοιτητών της Γενιάς Ζ και την ανάπτυξη και επικύρωση του Food Consumption Rate Questionnaire.