Πολύ πριν από τις σύγχρονες συζητήσεις για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο Ιόνιο κι αυτές που είχαν προηγηθεί για την Ήπειρο όπου το κυβερνητικό σχέδιο για την πρώτη γεώτρηση μετά από δεκαετίες, ναυάγησε, υπήρξε μια εποχή όπου το «μαύρο χρυσό» της περιοχής ονειρεύονταν διπλωμάτες, στρατηγοί και επιχειρηματίες της Ευρώπης.
Μια ιστορία που ξεδιπλώνεται μέσα από τα σκονισμένα αρχεία του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, φυλαγμένα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, αποκαλύπτοντας τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες εξόρυξης στην Ελλάδα που επίκεντρο είχαν το Νομό Ιωαννίνων.
Η αρχή στη Δραγοψά
Όλα ξεκίνησαν το 1910, όταν τρεις Ρουμάνοι μεταλλειολόγοι –ανάμεσά τους ο διευθυντής του Ινστιτούτου Γεωλογίας του Βουκουρεστίου– έφτασαν στη Δραγοψά, χωριό του σημερινού Δήμου Δωδώνης.
Με την εμπειρία των ρουμανικών κοιτασμάτων, ήταν βέβαιοι πως η Ήπειρος έκρυβε πετρέλαιο.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι έβαλαν «φρένο» στις πρώτες προσπάθειες, όμως το ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε το 1917, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ξένες στρατιωτικές αποστολές «χαρτογραφούσαν» την Ήπειρο υπό το πρόσχημα της επιθεώρησης των στρατευμάτων.
Σύμφωνα με έκθεση του τότε συνταγματάρχη Πυροβολικού Αθανάσιου Παπαθανασίου, που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το 1917 φτάνει στην Ηπειρο ο στρατηγός Jean Bonnier, μέλος της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα, με τη δικαιολογία της επιθεώρησης των στρατιωτικών σωμάτων της Ηπείρου αλλά με πραγματικό σκοπό να μελετήσει τη μορφολογία του εδάφους στις περιοχές όπου υπήρχαν ενδείξεις ύπαρξης πετρελαίου.
Ο Albert Pouyanne, ο οποίος εκπροσωπεί τη γαλλική πλευρά, είναι τόσο αισιόδοξος για τα αποτελέσματα, ώστε ζητεί τα αποκλειστικά δικαιώματα διύλισης πετρελαίου στην ελληνική επικράτεια για τα επόμενα 30 χρόνια…
Τελικά, όπως προκύπτει από το ΦΕΚ του Νόμου 2266, οι δύο πλευρές συμφωνούν να δημιουργηθεί ένα Γαλλοελληνικό Συνδικάτο Πετρελαίου «που θα επιφορτισθή να εκτελέση πάντα τα αναγκαία έργα, να εξορύσσει το πετρέλαιο και να το πωλή είτε ακάθαρτο είτε κατόπιν αποστάξεως» και συμφωνούν ότι η διάρκεια των ερευνών δεν θα υπερβεί τα 10 έτη για την Ηπειρο και τα έξι έτη για την Πελοπόννησο, την Αιτωλία, την Ακαρνανία και το Ιόνιο, ενώ προβλέπουν ότι το ελληνικό Δημόσιο θα λαμβάνει ποσότητες πετρελαίου ικανές να καλύψουν την εγχώρια κατανάλωση στην τιμή του κόστους παραγωγής.
Η συμμετοχή του ελληνικού κράτους δεν θα υπερβαίνει τις 500.000 δραχμές και τα κέρδη θα μοιράζονται μεταξύ των δύο πλευρών αφού πρώτα αφαιρεθεί υπέρ της εταιρείας τόκος 10% επί του διατεθειμένου κεφαλαίου.
Η «διπλωματία» του Βενιζέλου στο Παρίσι
Το 1919, εν μέσω των διαπραγματεύσεων για τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος πείθεται από Γάλλους κεφαλαιούχους και υπογράφει την πρώτη σύμβαση του ελληνικού Δημοσίου με ξένη εταιρεία.
Οι όροι ήταν τολμηροί: το «Γαλλοελληνικό Συνδικάτο Πετρελαίου» θα αναλάμβανε τα πάντα, από την εξόρυξη έως την πώληση, με το ελληνικό Δημόσιο να διασφαλίζει ποσότητες για την εγχώρια κατανάλωση σε τιμή κόστους.
Ο «λυσσαλέος» ανταγωνισμός Άγγλων και Γάλλων
Την ίδια περίοδο, οι Άγγλοι δεν έμειναν άπραγοι. Ο Νεοζηλανδός χρηματιστής George L. Tacon, εμφανιζόμενος ως στρατιωτικός σύμβουλος αλλά λειτουργώντας για λογαριασμό της Anglo-Persian Oil Company (πρόγονο της σημερινής BP), κατέθεσε δικές του προτάσεις για τη Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο.
Ακολούθησε μια περίοδος έντονης κρατικής αλληλογραφίας, όπου η ελληνική διοίκηση καλούνταν να συγκρίνει τους «ελαφρύτερους» όρους των Γάλλων με τις εγγυήσεις που προσέφεραν οι Άγγλοι.
Στο παιχνίδι των πιέσεων εμπλέκονταν πρόσωπα που καθόριζαν την ευρωπαϊκή σκηνή, όπως ο σερ Βασίλειος Ζαχάρωφ, καθιστώντας το ζήτημα του πετρελαίου ένα παιχνίδι γεωπολιτικής ισχύος.
Παρά τις προσδοκίες, οι εργασίες στην Ήπειρο διακόπηκαν απότομα, πιθανότατα λόγω των δραματικών εξελίξεων στη Μικρά Ασία.
Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, τα αρχεία του Γραφείου του Πρωθυπουργού θυμίζουν πως η Ήπειρος βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο του ενεργειακού χάρτη, με την ιστορία να επιβεβαιώνει ότι οι γεωπολιτικές ισορροπίες γύρω από τους υδρογονάνθρακες δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά από το 1919 έως σήμερα.
–Πηγή πληροφοριών έντυπη έκδοση της εφημερίας «ΤΑ ΝΕΑ»