Σκληρή πραγματικότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά αποτυπώνουν τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για το 2025, με την Ελλάδα να παραμένει “καρφωμένη” στην ουρά της Ευρώπης όσον αφορά την αγοραστική δύναμη.
Παρά τις κατά καιρούς θριαμβολογίες για την πορεία της οικονομίας, οι αριθμοί της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Αρχής είναι αμείλικτοι: Η Ελλάδα, μαζί με τη Βουλγαρία, καταλαμβάνει τη χειρότερη θέση στην ΕΕ των 27, επιβεβαιώνοντας τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πολίτες.
Το χάσμα των 13.400 ευρώ
Σύμφωνα με τη Eurostat, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης (ΜΑΔ) στην Ελλάδα ανήλθε μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. Σε απόλυτους αριθμούς, ενώ ο μέσος Ευρωπαίος έχει αγοραστική δύναμη που αντιστοιχεί σε 41.600 ευρώ, ο Έλληνας (όπως και ο Βούλγαρος) περιορίζεται στα 28.200 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι ένας κάτοικος της Ηπείρου ή οποιασδήποτε άλλης περιφέρειας της χώρας, έχει 13.400 ευρώ λιγότερα στη διάθεσή του για να καλύψει τις ίδιες βασικές ανάγκες σε σχέση με τον μέσο όρο της Ένωσης.
Η Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων
Η απόσταση από την κορυφή προκαλεί ίλιγγο. Το Λουξεμβούργο βρίσκεται στο 239% του μέσου όρου, ενώ χώρες όπως η Ολλανδία, η Δανία και η Αυστρία κινούνται σταθερά πάνω από τον μέσο όρο.
Ακόμη και χώρες που παλαιότερα βρισκόταν σε παρόμοια μοίρα με την Ελλάδα, όπως η Πορτογαλία, η Λιθουανία και η Πολωνία, έχουν καταφέρει να ξεφύγουν, αφήνοντας την Ελλάδα να “παλεύει” για την τελευταία θέση.
Η στατιστική επιβεβαιώνει αυτό που βιώνει καθημερινά ο πολίτης: Τους μισθούς που τελειώνουν στα μέσα του μήνα και την ακρίβεια που καλπάζει.
Όταν η αγοραστική σου δύναμη είναι 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι “δείκτες” και οι “αναβαθμίσεις” των οίκων αξιολόγησης ελάχιστη σημασία έχουν για το οικογενειακό τραπέζι.
Η Ελλάδα της “ανάπτυξης” παραμένει, δυστυχώς, ο φτωχός συγγενής μιας Ευρώπης που τρέχει με άλλες ταχύτητες.