Καρτέλ και ολιγοπώλια στην αγορά των υγρών καυσίμων κρατούν τις τιμές της βενζίνης στα ύψη. Τη διαπίστωση αυτή κάνει μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδας σύμφωνα με την οποία οι βενζινοπώλες καθυστερούν να περάσουν τις μειώσεις όταν πέφτει η διεθνής τιμή, ταυτόχρονα διαπιστώνει «συνθήκες ‘δυοπωλίου’» στην αγορά διύλισης, ενώ κάνει λόγο και για μη ξεκάθαρο τρόπο τιμολόγησης από τις εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών.
Στον κλάδο της διύλισης η ΤτΕ τονίζει ότι «υπάρχουν συνθήκες δυοπωλίου, με δύο διυλιστήρια τα ΕΛ.ΠΕ και τη ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ, με σημαντικά εμπόδια εισόδου νέων επιχειρήσεων λόγω του υψηλού μη ανακτήσιμου κόστους». Αναφέρεται ακόμη, ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις τιμολογούν «με βάσει την αγορά της Μεσογείου με ποσοστό προσαύξησης του κέρδους τους, της τάξης του 0,3%».
Από την έρευνα της Τράπεζας τονίζεται το γεγονός της μεγάλης επιβάρυνσης από την επιβολή των φόρων: «Ο ΦΠΑ επιβάλλεται στην τιμή του πετρελαίου, προσαυξημένη από τους ειδικούς φόρους – έτσι επιβαρύνει διπλά τον καταναλωτή».
Δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο βαθμό συγκέντρωσης η αγορά χονδρικής, λέει η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδας, τονίζοντας όμως ότι δεν είναι ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο οι εταιρίες εμπορίας υπολογίζουν τις τιμές που χρεώνουν και τις εκπτώσεις που κάνουν σε διαφορετικές περιφέρειες της χώρας.
Οι ερευνητές σημειώνουν πως στην αγορά χονδρικής δραστηριοποιούνται περίπου 20 εταιρίες εμπορίας, αν και οι τέσσερις μεγαλύτερες κατέχουν μερίδιο πάνω από 50%. “Δεν υπάρχουν σαφή εμπόδια εισόδου νέων εταιριών, οι περιορισμοί πηγάζουν από τους κανόνες τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας”, υπογραμμίζει η ΤτΕ.
Επιπλέον επισημαίνει ότι “η αγορά που διαμορφώνει το κόστος μεταφοράς δεν είναι πλήρως ανταγωνιστική”.
ΠΗΓΗ: Ημερησία