Η ενεργειακή κρίση, το υψηλό κόστος θέρμανσης και η αιθαλομίχλη που επιστρέφει κάθε χειμώνα στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων συνδέονται, σύμφωνα με τον περιφερειακό σύμβουλο Σάββα Δημητριάδη, με ένα κοινό πρόβλημα: την ενεργειακή ευαλωτότητα των νοικοκυριών.
Σε άρθρο-παρέμβαση που φιλοξενεί το Epiruspost ο κ. Δημητριάδης τονίζει ότι υπήρχαν και υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές, με επίκεντρο τις ενεργειακές κοινότητες, την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών και την επέκταση των αντλιών θερμότητας.
Για τα Ιωάννινα προτείνει τη διαμόρφωση ενός κοινού σχεδίου Περιφέρειας Ηπείρου και Δήμου Ιωαννιτών για τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση, την ενεργειακή ανθεκτικότητα και την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Στο επίκεντρο της πρότασης μπαίνουν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία, οι ενεργειακές κοινότητες και ένας ειδικός χρηματοδοτικός μηχανισμός για το λεκανοπέδιο, με τον ίδιο να θέτει ευθέως το ερώτημα αν οι πόροι που υπάρχουν σήμερα μπορούν να μετατραπούν σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις για τα νοικοκυριά των Ιωαννίνων.
Το άρθρο του Σάββα Δημητριάδη
Κάθε φορά που ξεσπά μια ενεργειακή κρίση, η συζήτηση επιστρέφει στο ίδιο ερώτημα: τι ποσό θα επιδοτήσει το κράτος. Οι τιμές της ενέργειας επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς παράγοντες: πολέμους, γεωπολιτικές εντάσεις και διαταραχές στον εφοδιασμό.
Το κρίσιμο όμως ζήτημα είναι πόσο ευάλωτη βρίσκει τη χώρα και τα νοικοκυριά της κάθε νέα κρίση. Από αυτό προκύπτουν δύο ερωτήματα που χρειάζονται απαντήσεις: έγιναν τα απαραίτητα ώστε τα νοικοκυριά να είναι λιγότερο εκτεθειμένα στις ενεργειακές κρίσεις; Και πόσο δίκαιη είναι η ενεργειακή μετάβαση, αφού η πλειοψηφία εξακολουθεί να επωμίζεται το κόστος και λίγοι κερδίζουν εκατομμύρια;
Υπήρχε εναλλακτική: οι Ενεργειακές Κοινότητες και η ΔΕΗ ως δημόσιος ενεργειακός πυλώνας
Η συλλογική παραγωγή ενέργειας μέσα από Ενεργειακές Κοινότητες ήταν ένας δρόμος που η χώρα θα μπορούσε να ακολουθήσει πιο αποφασιστικά. Οι Ενεργειακές Κοινότητες θεσμοθετήθηκαν στην Ελλάδα το 2018και συνδέθηκαν εξαρχής με την παραγωγή, την αποθήκευση, την ιδιοκατανάλωση και την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Δίνουν τη δυνατότητα στα μέλη τους να διαχειρίζονται συλλογικά την ενέργεια που παράγουν, πετυχαίνοντας σημαντική μείωση στους λογαριασμούς του ρεύματος.
Η ανάπτυξή τους εντάσσεται και στην ευρωπαϊκή πολιτική για τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει καλέσει τα κράτη μέλη και τις περιφέρειες να στηρίξουν τις ενεργειακές κοινότητες, αξιοποιώντας και τον επαναπρογραμματισμό των πόρων της πολιτικής συνοχής. Η κατεύθυνση αυτή συνοδεύεται από τεχνική βοήθεια και καθοδήγηση για την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ώστε οι συλλογικές πρωτοβουλίες πολιτών να μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν τα έργα τους. Ταυτόχρονα αναγνωρίζεται ρητά ότι οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να βοηθήσουν καθοριστικά στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.
Παρά την ευρωπαϊκή αυτή κατεύθυνση, οι ενεργειακές κοινότητες δεν απέκτησαν μέχρι σήμερα τη θέση που θα έπρεπε στον ελληνικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Η απένταξη του προγράμματος ενεργειακού συμψηφισμού «Απόλλων» από το Ταμείο Ανάκαμψης, με προϋπολογισμό 100 εκατ. ευρώ, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το πρόγραμμα προέβλεπε τη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων σε επίπεδο Περιφέρειας, χωρίς όμως την παραγωγή ενέργειας από τις ίδιες. Αντί η κυβέρνηση να κατευθύνει τους πόρους στην ενίσχυση αυτόνομων ενεργειακών κοινοτήτων, ώστε νοικοκυριά και δήμοι να παράγουν την ενέργεια που καταναλώνουν, επιλέχθηκε ένα σχήμα που ονομάστηκε «ενεργειακή κοινότητα» το οποίο θα προμηθευόταν το ρεύμα από ΑΠΕ ιδιωτών μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών. Ο κακός σχεδιασμός του προγράμματος και οι καθυστερήσεις στην ωρίμανσή του είχαν ως αποτέλεσμα την απένταξή του.
Τα προβλήματα παραμένουν. Σύμφωνα με την 9η ανασκόπηση του Green Tank, από τα 2.562 MW ηλεκτρισμένων έργων ενεργειακών κοινοτήτων σε όλες τις τάσεις, μόλις 114,1 MW, το 4,4%, αφορούν αυτοπαραγωγή για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των μελών τους. Η ίδια ανάλυση καταγράφει επιβράδυνση των νέων έργων, δυσκολίες σύνδεσης και περιορισμό του διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου, ενώ 770 έργα συνολικής ισχύος 645 MW εξακολουθούν να βρίσκονται σε εκκρεμότητα.
Ανάλογες επισημάνσεις κάνει και η ΔΕΣΜΗ Ενεργειακών Κοινοτήτων με επιστολή της προς το ΥΠΕΝ στις 9 Σεπτεμβρίου 2026. Θέτει το ερώτημα τι γίνεται με τον ενοικιαστή, τον κάτοικο πολυκατοικίας χωρίς κατάλληλη στέγη, την οικογένεια που δεν διαθέτει το απαιτούμενο κεφάλαιο για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, αλλά και τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε ενεργειακή φτώχεια. Ως λύση προτείνει τη συλλογική αυτοπαραγωγή μέσω ενεργειακών κοινοτήτων και εικονικό ταυτοχρονισμένο συμψηφισμό, σε συνδυασμό με την κοινή αποθήκευση και τα συστήματα διαχείρισης ενέργειας.
Δεν πρόκειται λοιπόν για το δίλημμα «ιδιωτικές ΑΠΕ ή ενεργειακές κοινότητες». Μπορούν να συνυπάρχουν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι να έχουν οι πολίτες πραγματική δυνατότητανα παράγουν συλλογικά την ενέργεια που καταναλώνουν.
Απουσιάζει ο πλειοψηφικός δημόσιος έλεγχος στη ΔΕΗ
Στην ίδια συζήτηση ανήκεικαι η ανάγκη ύπαρξης ενός ισχυρού δημόσιου ενεργειακού πυλώνα.Ο δημόσιος έλεγχος στη ΔΕΗ δεν είναι πλειοψηφικός εδώ και 5 χρόνια.Πριν από την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης το 2021, η συνολική συμμετοχή του Δημοσίου ανερχόταν σε 51,12%. Μετά την αύξηση μειώθηκε στο 34,12%. Σήμερα, έπειτα από τη νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου το 2026, βρίσκεται στο 33,4%.
Μια ισχυρή δημόσιαεπιχείρηση μπορεί να σταθεροποιεί τις τιμέςκαι να προστατεύει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις από ακραίες διακυμάνσεις. Και αυτή λείπει.
Γιάννενα: το διπλό κόστος
Μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ακρίβειαςτο κόστος της θέρμανσηςαποτελεί μια μεγάλη δυσκολία για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Τα Γιάννενα όμως έχουνκαι ένα επιπλέον χρόνιο πρόβλημα: την αιθαλομίχλη.
Όσο αυξάνεται το κόστος της θέρμανσης, τόσο περισσότερα νοικοκυριά στρέφονται σε φθηνότερες και ρυπογόνες επιλογές θέρμανσης. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μορφολογία και τις μετεωρολογικές συνθήκες του λεκανοπεδίου, επιβαρύνει σημαντικά την ποιότητα του αέρα και τη δημόσια υγεία.
Το πρόβλημα για το λεκανοπέδιο Ιωαννίνων είναι γνωστό, καταγεγραμμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο. Το ζητούμενο πλέον είναι η αντιμετώπισή του.
Με σχέδιο, αλλά και με ευθύνη της Πολιτείας
Η συνολική ευθύνη για την ενεργειακή μετάβαση και την προστασία των πολιτών ανήκει στο κράτος. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει την Περιφέρεια Ηπείρου και τον Δήμο Ιωαννιτών από τη δική τους ευθύνη να γνωρίζουν τις ανάγκες της περιοχής, να σχεδιάζουν και να διεκδικούν λύσεις.
Για μεγάλο διάστημα, η παρέμβαση της Περιφέρειας στο ζήτημα της αιθαλομίχλης περιοριζόταν κυρίως σε συστάσεις προς τους πολίτες όταν οι συγκεντρώσεις ρύπων ξεπερνούσαν τα όρια.
Η λύση σήμερα δεν είναι η παραμονή στο πετρέλαιο θέρμανσης και στα ορυκτά καύσιμα. Είναι μεν λιγότερο ρυπογόνα από την καύση βιομάζας, αλλά έχουν περιβαλλοντικό κόστος, τροφοδοτούν τις ενεργειακές κρίσεις και αφήνουν τους πολίτες εκτεθειμένους σε κερδοσκοπικές πρακτικές. Χρειάζεται στροφή σε καθαρότερες και φθηνότερες μορφές θέρμανσης.
Πρόσφατα, με την αναθεώρηση του Προγράμματος «Ήπειρος 2021–2027», προβλέφθηκαν 5 εκατ. ευρώ για την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας στα Ιωάννινα. Πρόκειται για θετική παρέμβαση, που όμως δεν μπορεί από μόνη της να λύσει το πρόβλημα.
Ταυτόχρονα, ανοίγει ένα μεγάλο χρηματοδοτικό παράθυρο σε εθνικό επίπεδο. Το Ελληνικό Κοινωνικό Σχέδιο για το Κλίμα προβλέπει συνολικούς πόρους ύψους 5,3 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026–2032. Στον κτιριακό τομέα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δράσεις ενεργειακής αναβάθμισης 62.000 κατοικιών, καθώς και η εγκατάσταση 280.000 αντλιών θερμότητας και ηλιακών θερμοσιφώνων.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι επιτακτική ανάγκη η Περιφέρεια Ηπείρου και ο Δήμος Ιωαννιτών να ενώσουν δυνάμεις και να καταθέσουν από κοινού στην κυβέρνηση ένα Σχέδιο Δίκαιης Ενεργειακής Μετάβασης, Ανθεκτικότητας και Καθαρού Αέρα για το Λεκανοπέδιο Ιωαννίνων, απαιτώντας να μην αγνοηθεί.
Δεν πρόκειται για αυθαίρετη πρόταση. Η Οδηγία (ΕΕ) 2023/1791 για την ενεργειακή απόδοση προβλέπει την κατάρτιση τοπικών σχεδίων θέρμανσης και ψύξης για δήμους άνω των 45.000 κατοίκων. Τα σχέδια αυτά πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξετάζουν το δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας και αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών στη θέρμανση και την ψύξη και να αξιολογούν τον ρόλο των ενεργειακών κοινοτήτων. Παράλληλα, πρέπει να προσδιορίζουν χρηματοδοτικούς μηχανισμούς που θα επιτρέπουν στους καταναλωτές να στραφούν σε καθαρότερες μορφές θέρμανσης από ανανεώσιμες πηγές.
Για το Λεκανοπέδιο Ιωαννίνων, ένα τέτοιο σχέδιο οφείλει να απαντά σε βασικά ερωτήματα: ποιες περιοχές επιβαρύνονται περισσότερο, πόσα νοικοκυριά είναι ενεργειακά ευάλωτα, πόσες κατοικίες χρησιμοποιούν ρυπογόνες μορφές θέρμανσης, πόσες ενεργειακές αναβαθμίσεις και αντλίες θερμότητας απαιτούνται, πόσα νοικοκυριά μπορούν να ενταχθούν σε ενεργειακές κοινότητες και ποιο είναι το κόστος των παρεμβάσεων.
Από αυτό το σχέδιο πρέπει να προκύπτουν συγκεκριμένες δράσεις: ενεργειακές κοινότητες, στοχευμένα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης και εγκατάστασης αντλιών θερμότητας, ουσιαστική στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών και μόνιμη παρακολούθηση της σχέσης ενεργειακής φτώχειας, θέρμανσης και ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Όλα αυτά με μετρήσιμους στόχους: πόσα σπίτια αναβαθμίστηκαν ενεργειακά, πόσα ρυπογόνα συστήματα θέρμανσης αντικαταστάθηκαν, πόσα νοικοκυριά συμμετέχουν σε ενεργειακές κοινότητες και πόσο βελτιώθηκε η ποιότητα του αέρα σε ορίζοντα τριών, πέντε και δέκα ετών, με ετήσιο δημόσιο απολογισμό.
Ένας μόνιμος «κουμπαράς» για το Λεκανοπέδιο
Για την υλοποίηση των παρεμβάσεων χρειάζεται ένας μόνιμος, ειδικός χρηματοδοτικός μηχανισμός για το Λεκανοπέδιο Ιωαννίνων, με πόρους από το Περιφερειακό Πρόγραμμα «Ήπειρος» 2021–2027, εθνικούς πόρους και στοχευμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων του Κοινωνικού Σχεδίου για το Κλίμα. Πρέπει να διεκδικήσουμε ειδική πρόβλεψη για τα Ιωάννινα στις εθνικές δράσεις ενεργειακής αναβάθμισης και εγκατάστασης αντλιών θερμότητας, λόγω του τεκμηριωμένου προβλήματος της αιθαλομίχλης.
Ένα νοικοκυριό και μια επιχείρηση που είναι μέλη μιας ενεργειακής κοινότητας μπορούν να έχουν σημαντική μείωση στον λογαριασμό του ρεύματος. Μια πόλη που περιορίζει την καύση της βιομάζας και των ορυκτών καυσίμων κερδίζει καθαρότερο αέρα και μειώνει την έκθεση των πολιτών σε επιβλαβείς ρύπους.
Δεν είναι ουτοπία. Είναι επιλογή.
Η διεκδίκηση χωρίς σχέδιο μένει σύνθημα. Το σχέδιο χωρίς διεκδίκηση μένει φάκελος σε συρτάρι.
Μαγικό ραβδί δεν υπάρχει. Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε.
– O Σάββας Δημητριάδης είναι περιφερειακός σύμβουλος εκλεγμένος στην Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων με την παράταξη «Κοινό των Ηπειρωτών».