Σοβαρά προβλήματα αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι της Κόνιτσας και των απομακρυσμένων περιοχών του Νομού Ιωαννίνων, καθώς εδώ και μία εβδομάδα παρατηρείται αιφνίδια και αδικαιολόγητη παύση δρομολογίων από το Υπεραστικό ΚΤΕΛ.
Το ζήτημα έφερε στη Βουλή η βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Αριστεράς, Μερόπη Τζούφη, με αναφορά της προς τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών.
Μυστήριο με τα «ακινητοποιημένα» λεωφορεία
Η παρέμβαση της βουλευτή βασίζεται σε αποκαλυπτική επιστολή του Σωματείου Εργαζομένων Υπεραστικού ΚΤΕΛ Ιωαννίνων. Σύμφωνα με τους εργαζόμενους, η διακοπή των δρομολογίων δεν οφείλεται σε έλλειψη προσωπικού, όπως είχε υποστηριχθεί στο παρελθόν.
Τα στοιχεία που προκύπτουν προκαλούν ερωτηματικά:
- Ενώ υπάρχει διαθέσιμος οδηγός, τα δρομολόγια δεν εκτελούνται.
- Δεκάδες λεωφορεία εμφανίζονται καθημερινά στο πρόγραμμα ως «άνευ υπηρεσίας».
- Η κατάσταση επαναλαμβάνεται, παρά τις προηγούμενες δεσμεύσεις για ομαλή λειτουργία.
Σε απόγνωση οι κάτοικοι των ακριτικών περιοχών
Η διακοπή της συγκοινωνιακής σύνδεσης δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά ένα κοινωνικό πρόβλημα που πλήττει τους πιο ευάλωτους. Οι κάτοικοι των ακριτικών χωριών παραμένουν ουσιαστικά εγκλωβισμένοι, χάνοντας την πρόσβαση σε:
- Κρίσιμες υπηρεσίες υγείας.
- Αγορές για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών.
- Διασύνδεση με το κέντρο του Νομού.
«Η κατάσταση αυτή οδηγεί στην περαιτέρω υποβάθμιση της ποιότητας ζωής σε περιοχές που ήδη παλεύουν με την ερήμωση», τονίζεται στην αναφορά.
Το παρασκήνιο των διαγωνισμών
Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρονική στιγμή της κρίσης αυτής. Η κ. Τζούφη επισημαίνει ότι οι δυσλειτουργίες καταγράφονται ενόψει των επικείμενων διαγωνιστικών διαδικασιών στα ΚΤΕΛ. Στις συμβάσεις αυτές προβλέπεται ρητά η υποχρέωση για απρόσκοπτη εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου, κάτι που στην περίπτωση της Κόνιτσας φαίνεται να παραβιάζεται.
Η βουλευτής καλεί τον αρμόδιο Υπουργό να παρέμβει άμεσα ώστε:
- Να αποκατασταθούν πλήρως τα δρομολόγια.
- Να δοθούν σαφείς εξηγήσεις για τη στάση του ΚΤΕΛ.
- Να διασφαλιστεί ότι οι κάτοικοι των απομακρυσμένων χωριών δεν θα αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.