Με διαφορετικούς ρυθμούς κινούνται τα στεγαστικά προγράμματα που «τρέχουν» ή σχεδιάζονται, αναδεικνύοντας τόσο τις δυνατότητες όσο και τις αδυναμίες της κρατικής παρέμβασης στην αγορά κατοικίας. Ο σχεδιασμός, οι όροι συμμετοχής αλλά και η πραγματική διαθεσιμότητα ακινήτων καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα κάθε μέτρου, σε μία περίοδο που η στεγαστική κρίση πιέζει νοικοκυριά και επενδυτές.
Με θετικό πρόσημο εξελίσσεται το πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Ενοικιάζω», καθώς έχουν εγκριθεί 3.858 αιτήσεις, αντιστοιχώντας σε επιδοτήσεις επισκευών ύψους περίπου 31 εκατ. ευρώ. Η επιτυχία αυτή δημιουργεί προσδοκίες για το νέο, διευρυμένο πρόγραμμα «Ανακαινίζω», που εντάσσεται στο συνολικό πακέτο μέτρων για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και στοχεύει στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, καθώς υπολογίζεται ότι λείπουν περίπου 180.000 ακίνητα για να καλυφθεί η ζήτηση.
Το νέο πρόγραμμα προβλέπει ανακαίνιση κατοικιών με κάλυψη έως και 90% της δαπάνης, διαθέτοντας συνολικά 400 εκατ. ευρώ για την αναβάθμιση παλαιών και κλειστών ακινήτων, με ανώτατη επιδότηση τα 36.000 ευρώ ανά κατοικία. Στο επίκεντρο βρίσκεται η επισκευή ακινήτων, ενώ τα εισοδηματικά όρια διαμορφώνονται στα 35.000 ευρώ για ζευγάρι, με προσαύξηση 5.000 ευρώ ανά παιδί.
Ιδιαίτερη μέριμνα προβλέπεται για περίπου 50.000 εκπαιδευτικούς, νοσηλευτές και γιατρούς εκτός των αστικών κέντρων της Αττικής και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι θα λαμβάνουν επιστροφή δύο ενοικίων ετησίως, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται και τοπικά σχέδια αναβάθμισης δημοτικών και κρατικών κτιρίων σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές, για στέγαση δημοσίων υπαλλήλων.
Αντίθετα, το πρόγραμμα «Αναβαθμίζω το σπίτι μου» φαίνεται να μην αποδίδει, με μόλις 3.698 εγκεκριμένες αιτήσεις και περιορισμό του κονδυλίου στα 60 εκατ. ευρώ, έναντι 300 εκατ. ευρώ που προέβλεπε αρχικά. Η καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής ορίζεται στις 31 Μαΐου 2026 και η σύναψη σύμβασης δανεισμού έως τις 31 Αυγούστου 2026.
Τέλος, όσον αφορά το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2», παρά τη διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων, το βασικό εμπόδιο παραμένει η έλλειψη ακινήτων που πληρούν τις προδιαγραφές. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν εγκριθεί 11.389 αιτήσεις, δηλαδή το 70,53% των διαθέσιμων πόρων, αφήνοντας περίπου 600 εκατ. ευρώ αδιάθετα, παρά τους ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι η πραγματική διαθεσιμότητα ακινήτων και η στοχευμένη επιδότηση καθορίζουν την επιτυχία των στεγαστικών προγραμμάτων και υπογραμμίζει την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης και προσαρμογής των μέτρων για την αγορά κατοικίας στην Ελλάδα.