Σχέδιο αντιμετώπισης των καιρικών αλλαγών

HLIOS EKLEIPSHΤο εγχώριο τουριστικό μοντέλο στηρίζεται ακόμη στον συνδυασμό «ήλιος και θάλασσα», παρά τις προσπάθειες εμπλουτισμού του. Ποιες θα είναι, όμως, οι συνέπειες εάν επιβεβαιωθούν τα μοντέλα εκτίμησης της κλιματικής αλλαγής και ο ήλιος αρχίσει να καίει πολύ περισσότερο και η στάθμη της θάλασσας ανέβει σημαντικά και καταστροφικά; Τι θα σημαίνει, για παράδειγμα, για τη ζωή όλων μας, αλλά και για τον τουρισμό, η πρόβλεψη πως τις προσεχείς δεκαετίες οι μέρες με αποπνικτικές συνθήκες από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο θα αυξηθούν μέχρι και 20%;

Τα ερωτήματα αυτά προσεγγίζει η Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) της Τράπεζας της Ελλάδος, με την πολυσέλιδη Εκθεση με τίτλο «Ελληνικός τουρισμός και κλιματική αλλαγή: πολιτικές προσαρμογής και νέα στρατηγική ανάπτυξης», που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα.

Πρόκειται για ένα προϊόν συνεργασίας επιστημόνων και εκπροσώπων φορέων του τουρισμού και αποτελεί συνέχεια της ημερίδας με τον ίδιο τίτλο που συνδιοργανώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, το Μαριολοπούλειο – Καναγκίνειο Iδρυμα Επιστημών Περιβάλλοντος και το Κέντρο Ερεύνης Φυσικής της Ατμόσφαιρας και Κλιματολογίας της Ακαδημίας Αθηνών.

«Kαυτές» συνέπειες

Τι προκύπτει; Εάν συνεχιστεί η άνοδος της θερμοκρασίας, οι συνέπειες στην Ελλάδα θα είναι «καυτές». Παλαιότερη έκθεση της ΕΜΕΚΑ (2011) καταγράφοντας τις επιπτώσεις ενός ενδιάμεσου σεναρίου (όσον αφορά τους ρυθμούς ανόδου της θερμοκρασίας) σημείωνε πως ο αριθμός των ημερών στα ηπειρωτικά κατά τις οποίες η μέγιστη θερμοκρασία θα υπερβαίνει τους 35° θα αυξηθεί κατά 35-40 την περίοδο 2071-2100 σε σύγκριση με σήμερα. Μεγαλύτερη θα είναι η αύξηση (περίπου 50 ημέρες επιπλέον) των ημερών, όπου η θερμοκρασία δεν θα πέφτει κάτω των 20° C, άρα δεν θα δροσίζει ούτε το βράδυ (τροπική νύκτα). Ανάλογη είναι η τάση στις πιο κοντινές δεκαετίες. Εκτιμάται ότι σε περίπτωση που η μέση θερμοκρασία αυξηθεί κατά 2,5° C στη Βόρεια Μεσόγειο (Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα), θα παρουσιαστεί μείωση των διανυκτερεύσεων κατά 1%. Εάν όμως η άνοδος ξεπεράσει τους 5° C, οι απώλειες εσόδων (σε όλες αυτές τις χώρες) θα αγγίξουν σχεδόν τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Οσον αφορά την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, και εδώ τα μηνύματα είναι πολύ ανησυχητικά. Η Ελλάδα έχει «εξαιρετικά μεγάλο μήκος ακτογραμμής, περίπου 16.300 χλμ., εκ των οποίων περίπου τα 1.000 χλμ. αποτελούν περιοχές υψηλής ευπάθειας στην κλιματική αλλαγή. Ο κίνδυνος ανόδου της μέσης στάθμης της θάλασσας στη χώρα μας εκτιμάται ότι θα κυμανθεί, μέχρι το 2100, μεταξύ 0,2 και 2 μέτρων», τονίζει στο συγκεκριμένο κεφάλαιο της έκθεσης ο ακαδημαϊκός κ. Χρήστος Ζερεφός, ο οποίος είναι και συντονιστής της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ευπάθεια των ακτών είναι κάτι ευρύτερο της κλιματικής αλλαγής, γι’ αυτό απειλείται περίπου το 20% της ελληνικής ακτογραμμής.

Στο αντίστοιχο κεφάλαιο της έκθεσης οι Μ. Σκούρτος, Χ. Τουρκολιάς, Δ. Δαμίγος και Α. Κοντογιάννη εξετάζουν τέσσερα βασικά μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος: σταθεροποίηση παραλιών, τεχνητή θρέψη παραλιών, εγκατάσταση προβόλων και θωράκιση με φίλτρο και γεωύφασμα, καθώς και αποστράγγιση παραλιών.

Τα αποτελέσματα της κλιματικής προσομοίωσης δείχνουν ότι στο μέλλον ο Απρίλιος και ο Οκτώβριος θα έχουν καλό καιρό, αλλά και ότι ο ηλιοτροπικός τουρισμός της Ελλάδος δεν θα αναπτύσσεται τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, αλλά θα αποκτήσει «χαρακτηριστικά ανάλογα με αυτά που επικρατούν σήμερα σε θερμότερες τουριστικές περιοχές του πλανήτη, όπως τα θέρετρα της Ερυθράς Θάλασσας, της Ινδίας και του Περσικού Κόλπου», σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι Α. Ματζαράκης, Π. Νάστος, Χρ. Ζερεφός και Ι. Καψωμενάκης. Οι μελετητές υπογραμμίζουν την ανάγκη «προσαρμογής της ελληνικής τουριστικής προσφοράς και τη χάραξη αντίστοιχης πολιτικής σε μια νέα βάση».

Δύο είναι οι κύριοι στόχοι που τίθενται στο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού για τον ελληνικό τουρισμό: μείωση της εποχικότητας και διασπορά του τουριστικού προϊόντος σε μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας. Και συνολικότερα: ανάδειξη των πλούσιων φυσικών χαρακτηριστικών διαφόρων περιοχών της χώρας, προώθηση ήπιων και εναλλακτικών μορφών τουρισμού, στοχευμένη προσέλκυση νέων ομάδων τουριστών και μέτρα περιορισμού των περιβαλλοντικών παρενεργειών της λειτουργίας των τουριστικών μονάδων. Στην έκθεση καταγράφεται αυξημένο λειτουργικό κόστος των ξενοδοχειακών μονάδων για να μπορέσουν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες της κλιματικής αλλαγής, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 5%-7% το έτος.

Η συγκεκριμένη έκθεση έρχεται να φωτίσει το γεγονός πως η κλιματική αλλαγή δεν είναι κάτι που συμβαίνει αλλού, που δεν μας αφορά, που δεν θα αγγίξει την καθημερινότητά μας και την οικονομία. Γι’ αυτό απαιτούνται μέτρα, κυρίως για την αποτροπή της, αλλά και για την αντιμετώπιση των νέων συνθηκών.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ