Σε ύψη ρεκόρ φτάνει ο αριθμός των συνταξιούχων που συνεχίζουν να εργάζονται, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του e-ΕΦΚΑ. Το 10% των συνταξιούχων, δηλαδή 254.724 άτομα, εξακολουθούν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους, ενώ πριν λίγα χρόνια το αντίστοιχο νούμερο ήταν μόλις 30.000.
Η μεγάλη αύξηση οφείλεται στον ειδικό φόρο 10% του μηνιαίου μισθού, ο οποίος αντικατέστησε την προηγούμενη ποινή περικοπής της σύνταξης για τους εργαζόμενους συνταξιούχους. Όπως επεσήμανε η Υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, οι συνταξιούχοι που εργάζονται όχι μόνο επωφελούνται από τον τρέχοντα μισθό τους, αλλά και από τη μελλοντική προσαύξηση της σύνταξης ανάλογα με τα επιπλέον έτη εργασίας και τις αμοιβές τους.
Ιστορικό των αλλαγών στους συνταξιούχους εργαζόμενους
Με το νόμο Κατρούγκαλου (2016) επιβαλλόταν περικοπή 60% στη σύνταξη για την εργασία μετά τη συνταξιοδότηση. Το 2020, ο νόμος Βρούτση μείωσε την ποινή στο 30%, ενώ ο νόμος Γεωργιάδη (5078/2023) εισήγαγε το σημερινό σύστημα του ειδικού φόρου 10%.
Ασφαλιστικές εισφορές και προσαύξηση σύνταξης
Οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι καταβάλλουν κανονικά τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Όταν διακόπτουν την εργασία τους, δικαιούνται προσαύξηση στη σύνταξη ίση με 0,77% για κάθε έτος απασχόλησης.
Η πλατφόρμα του e-ΕΦΚΑ δίνει τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεων από όσους συνταξιούχους επιθυμούν να προσμετρήσουν τα επιπλέον ένσημα για την αύξηση της σύνταξης. Η προσαύξηση ισχύει από την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα μετά την υποβολή της αίτησης και αφορά τόσο την κύρια όσο και την επικουρική σύνταξη.
Για παράδειγμα, συνταξιούχος που εργάστηκε 7 χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση δικαιούται προσαύξηση 5,39% στην ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη.
Εξαιρέσεις
Η προσαύξηση δεν ισχύει για όλους τους συνταξιούχους που εργάζονται. Ειδικές κατηγορίες, όπως περίπου 120.000 αγρότες, εξαιρούνται από την καταβολή εισφορών και επομένως δεν δικαιούνται την προσαύξηση. Από τους 255.000 εργαζόμενους συνταξιούχους, μόνο 135.000 έχουν δικαίωμα στην προσαύξηση.