Έντονο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται και τοποθετούνται εικαστικά έργα και γλυπτά στους δημόσιους χώρους των Ιωαννίνων διατύπωσε ο Καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου, Ξενοφών Μπήτσικας, στο πλαίσιο του New European Bauhaus Festival.
Η παρέμβασή του άνοιξε μια ευρύτερη συζήτηση για τον ρόλο της δημόσιας τέχνης στην ταυτότητα της πόλης, τον αστικό σχεδιασμό και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για παρεμβάσεις σε κομβικά σημεία του δημόσιου χώρου.
«Έργα χωρίς ουσιαστική κρίση» – Ο προβληματισμός για τις επιλογές στην πόλη
Ο καθηγητής αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται αποφάσεις για την τοποθέτηση γλυπτών σε κόμβους και δημόσιους χώρους, επισημαίνοντας ότι συχνά δεν προηγείται επαρκής καλλιτεχνική ή χωροταξική αξιολόγηση.
Όπως τόνισε, έργα που προκύπτουν μέσα από συμπόσια ή άλλες διαδικασίες καταλήγουν να τοποθετούνται μόνιμα στην πόλη, χωρίς να υπάρχει πάντα σαφής αξιολόγηση ως προς την κλίμακα, το περιβάλλον και τη σχέση τους με τον αστικό ιστό.
«Ό,τι μένει μέσα στην πόλη, ακόμη κι αν είναι κακό, δημιουργεί αισθητική», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η δημόσια τέχνη διαμορφώνει τη συλλογική αντίληψη των επόμενων γενεών.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι ένα έργο στον δημόσιο χώρο μετατρέπεται με τον χρόνο σε τοπόσημο, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική του αξία, επηρεάζοντας την εικόνα και την ταυτότητα της πόλης.
Δημόσια τέχνη και αστικός χώρος – Η συζήτηση για τον ρόλο των τοποθετήσεων
Η τοποθέτηση γλυπτών σε δημόσιους χώρους αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, κρίσιμο ζήτημα αστικού σχεδιασμού, καθώς επηρεάζει άμεσα την εμπειρία των πολιτών και την πολιτιστική εικόνα των Ιωαννίνων.
Ο προβληματισμός επικεντρώνεται στο αν τα έργα αυτά εντάσσονται οργανικά στο περιβάλλον τους ή αν λειτουργούν αποσπασματικά, χωρίς συνολικό σχεδιασμό για τον δημόσιο χώρο.
Η υπόθεση του «Πύργου του Τάτλιν» και η δημόσια αντίδραση
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην εικαστική παρέμβαση με τον λεγόμενο «Πύργο του Τάτλιν», μια εγκατάσταση που είχε παρουσιαστεί ως εναλλακτική προσέγγιση του χριστουγεννιάτικου διακόσμου της πόλης των Ιωαννίνων πριν από δώδεκα χρόνια.
Ο καθηγητής υπενθύμισε ότι η παρέμβαση είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου είχε δεχθεί κριτική ως προς την αισθητική της.
Ωστόσο, όπως σημείωσε, η συγκεκριμένη δράση λειτούργησε ως αφορμή για ευρύτερο δημόσιο διάλογο γύρω από την έννοια της σύγχρονης τέχνης στον δημόσιο χώρο, ενώ έφερε τα Ιωάννινα στο επίκεντρο συζητήσεων και διεθνών αναφορών.
«Είχε γίνει χαμός τότε», θύμισε ο Καθηγητής. «Οργανώνανε επιθέσεις να το καταστρέψουν, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γινόταν το “τσίρκο”, τι είναι αυτό το έκτρωμα και όλα αυτά. Αυτό το οποίο δεν κατάλαβαν κάποιοι, και δεν προλάβαμε ίσως να το εξηγήσουμε, ήταν ότι αποτελούσε μια εικαστική παρέμβαση με αφορμή τα Χριστούγεννα και δεν ήταν ένα κλασικό χριστουγεννιάτικο δέντρο».
Τέχνη, δημόσιος χώρος και τουριστική εικόνα της πόλης
Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάστηκε, οι εικαστικές παρεμβάσεις δεν επηρεάζουν μόνο την αισθητική του αστικού χώρου, αλλά συνδέονται και με τη συνολική εικόνα της πόλης ως πολιτιστικού και τουριστικού προορισμού.
Η δημόσια τέχνη, όταν εντάσσεται σε ένα συνεκτικό σχέδιο αστικής ανάπτυξης, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτιστικής ταυτότητας και city branding, επηρεάζοντας έμμεσα και την τουριστική δυναμική.
Η παρέμβαση του Ξενοφών Μπήτσικα επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στη σύγχρονη τέχνη, τον αστικό σχεδιασμό και τη δημόσια αποδοχή, ανοίγοντας έναν ευρύτερο διάλογο για το πώς διαμορφώνεται η αισθητική ταυτότητα των Ιωαννίνων.