Φόροι και ασφαλιστικές εισφορές «καταπίνουν» το εισόδημα

xrimata ()

Η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει μία από τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στη φορολόγηση της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Το 2023, η χώρα κατατάσσεται στη δεύτερη θέση μετά την Ιταλία, με τον πραγματικό συντελεστή φορολόγησης της εργασίας –που περιλαμβάνει φόρους εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές– να διαμορφώνεται στο 40,5%.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την έξοδο από τα μνημόνια, οι φορολογικοί συντελεστές συνεχίζουν να απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος των εργαζομένων, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη και επηρεάζοντας αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τα κίνητρα για απασχόληση.

Ιστορική εξέλιξη της φορολογίας της εργασίας

Το 2009, πριν από την κρίση χρέους, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία ήταν 35%, χαμηλότερος από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο (36,9%). Η κρίση και η βαθιά ύφεση του 2012 οδήγησαν σε αύξηση στο 39,5%, καθιστώντας τη βαριά φορολόγηση της εργασίας ένα διαρθρωτικό χαρακτηριστικό του ελληνικού δημοσιονομικού συστήματος.

Από το 2015 και μετά, υπήρξε περιορισμένη αποκλιμάκωση, χωρίς όμως επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα. Το 2019 ο συντελεστής είχε ανέλθει στο 40,2%, ενώ το 2023 διαμορφώθηκε στο 40,5%, παραμένοντας περίπου 3,5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε..

Φορολογία κατανάλωσης: πιο ισορροπημένη εικόνα

Σε αντίθεση με την εργασία, η φορολόγηση της κατανάλωσης στην Ελλάδα εμφανίζεται πιο ήπια. Με πραγματικό συντελεστή 17,8% το 2023, η χώρα κατατάσσεται περίπου στο μέσο της ευρωπαϊκής κλίμακας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε κυρίως σε άμεσους φόρους και εισφορές εργασίας, και όχι σε υψηλούς έμμεσους φόρους.

Παρεμβάσεις από το 2019 και μέτρα 2026

Από το 2019 και μετά, η ελληνική φορολογική πολιτική κινήθηκε προς μείωση της επιβάρυνσης της εργασίας μέσω αλλαγών στους άμεσους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές, βελτιώνοντας τα ονομαστικά εισοδήματα και μειώνοντας την ανεργία. Ωστόσο, η περίοδος 2020–2024 χαρακτηρίστηκε από έντονες πληθωριστικές πιέσεις, ενώ η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας οδήγησε σε φαινόμενα «δημοσιονομικής διάβρωσης».

Τα μέτρα αναμόρφωσης της κλίμακας που ενεργοποιήθηκαν τον Ιανουάριο του 2026 –με μεταφορά του ανώτατου φορολογικού συντελεστή 44% από 40.000 σε 60.000 ευρώ– περιορίζουν μερικώς την επιβάρυνση. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα παραμένει υψηλά στην κατάταξη φορολόγησης εργασίας, καθώς ακόμα και φορολογούμενοι με σχετικά μεσαία εισοδήματα εισέρχονται νωρίς στο ανώτατο κλιμάκιο.

Η εικόνα αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς η βαριά φορολόγηση της εργασίας επηρεάζει την αγοραστική δύναμη, τα κίνητρα επένδυσης και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.