Σε ορίζοντα 36 μηνών εκτείνονται οι εργασίες που προβλέπονται για την αναβάθμιση της ασφάλειας των σηράγγων της Εγνατίας Οδού, με τους οδηγούς να βρίσκονται αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για την πλήρη αποκατάσταση της κυκλοφορίας ανά σήραγγα και τμήμα του αυτοκινητοδρόμου.
Η απάντηση του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών σε κοινοβουλευτική ερώτηση του Προέδρου της Ελληνικής Λύσης Κυριάκου Βελόπουλουγια τις πολύμηνες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, τις καθυστερήσεις, την οδική ασφάλεια και το κόστος των διοδίων δεν δίνει συγκεκριμένες ημερομηνίες για το πότε θα αρθούν οι περιορισμοί.
Αντίθετα, παραπέμπει στις προβλέψεις της σύμβασης παραχώρησης, η οποία προβλέπει χρονικό περιθώριο 36 μηνών για την ολοκλήρωση συγκεκριμένων εργασιών, υπό την προϋπόθεση ότι το Δημόσιο θα διαθέσει εγκαίρως τους αναγκαίους χώρους.
Η τριετία αυτή δεν σημαίνει ότι όλες οι σημερινές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις θα παραμείνουν υποχρεωτικά σε ισχύ για 36 μήνες. Αποτυπώνει, όμως, το εύρος του χρονικού ορίζοντα μέσα στον οποίο προβλέπεται να ολοκληρωθούν συγκεκριμένες παρεμβάσεις, την ώρα που το Υπουργείο δεν προσδιορίζει πότε θα αποκατασταθεί η κανονική κυκλοφορία σε κάθε σημείο όπου εκτελούνται έργα.
Για την Ήπειρο, όπου η Εγνατία αποτελεί βασικό άξονα μετακινήσεων και μεταφορών, το ερώτημα είναι πλέον πόσο θα διαρκέσει η καθημερινή επιβάρυνση των οδηγών. Οι περιορισμοί στις σήραγγες, οι εναλλαγές στη διέλευση, οι καθυστερήσεις και οι εργασίες σε διαφορετικά σημεία του δρόμου διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που δεν φαίνεται να αλλάζει άμεσα, τουλάχιστον με βάση όσα αναφέρει η απάντηση του Υπουργείου.
Στο έγγραφο σημειώνεται ότι οι αποφάσεις για τις προσωρινές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις σε Ιωάννινα, Θεσπρωτία, Γρεβενά, Καστοριά και Ημαθία έχουν ισχύ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη ή προγραμματίζονται και άλλες παρεμβάσεις, όπως ασφαλτοστρώσεις, αντικαταστάσεις στηθαίων ασφαλείας, επιθεωρήσεις και τεχνικές εργασίες σε διάφορα σημεία και κατευθύνσεις του αυτοκινητοδρόμου.
Το Υπουργείο επικαλείται την ανάγκη συμμόρφωσης των σηράγγων μήκους άνω των 500 μέτρων με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφαλείας, ώστε να μπορούν να αδειοδοτηθούν ως κατηγορίας Α και για τη διέλευση οχημάτων που μεταφέρουν επικίνδυνα εμπορεύματα. Πρόκειται για παρεμβάσεις με σαφή στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας, οι οποίες, ωστόσο, επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα όσων χρησιμοποιούν τον αυτοκινητόδρομο.
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα των διοδίων. Στην ερώτηση για το ενδεχόμενο προσωρινής μείωσης ή αναστολής της καταβολής τους στα τμήματα όπου υπάρχουν περιορισμοί, το Υπουργείο απαντά ότι το θέμα διέπεται από τη σύμβαση παραχώρησης. Για οποιαδήποτε αλλαγή απαιτείται έγγραφη συμφωνία μεταξύ του Δημοσίου και του παραχωρησιούχου και στη συνέχεια κύρωση με νόμο. Καμία συγκεκριμένη απόφαση για ελάφρυνση των χρηστών δεν ανακοινώνεται.
Αντίστοιχα, ως προς τα στοιχεία για τα σοβαρά τροχαία ατυχήματα, το Υπουργείο αναφέρει ότι αυτά καταγράφονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες Τροχαίας και τον παραχωρησιούχο και εντάσσονται στις προβλεπόμενες εκθέσεις λειτουργίας. Δεν παραθέτει, ωστόσο, αριθμητικά στοιχεία στην απάντησή του ούτε εξειδικεύει πρόσθετα μέτρα οδικής ασφάλειας για τα σημεία όπου εφαρμόζονται οι περιορισμοί.
Ούτε για την τακτική ενημέρωση των χρηστών του δρόμου προκύπτει κάποια νέα δέσμευση, καθώς το Υπουργείο σημειώνει ότι το σχετικό αίτημα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας που απαντά.
Έτσι, η απάντηση αφήνει χωρίς σαφείς ημερομηνίες τα κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν τους οδηγούς: πότε θα ολοκληρωθούν οι εργασίες σε κάθε σήραγγα, πόσο θα διαρκέσουν οι επιμέρους κυκλοφοριακοί περιορισμοί και αν θα υπάρξει κάποια ελάφρυνση στο κόστος των διοδίων όσο συνεχίζεται η ταλαιπωρία.
Το βέβαιο είναι ότι οι εργασίες δεν αποτελούν μια πρόσκαιρη παρέμβαση λίγων εβδομάδων. Ο συμβατικός ορίζοντας των 36 μηνών δείχνει ότι το πρόγραμμα των έργων εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Το πόσο από αυτό το διάστημα θα επηρεάζει άμεσα την κυκλοφορία παραμένει αδιευκρίνιστο, με τους οδηγούς να καλούνται να συνεχίσουν να πληρώνουν διόδια χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επιστροφής στην κανονικότητα.