Με αφορμή την κορύφωση της λεγόμενης «Τσάμικης Εβδομάδας» και τις ετήσιες εκδηλώσεις στην Κονίσπολη, ο πρώην υφυπουργός και βουλευτής Θεσπρωτίας, Αντώνης Μπέζας, παρεμβαίνει με ένα καίριο και αιχμηρό άρθρο στο Epiruspost.
Αναλύοντας την πρόσφατη, προκλητική συνεδρίαση στην Αλβανική Βουλή, ο κ. Μπέζας υπογραμμίζει ότι το «Τσάμικο» έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια γραφική εμμονή περιθωριακών συλλόγων, αλλά εργαλειοποιείται συστηματικά από τα Τίρανα ως μοχλός πίεσης και ως ένας τεχνητός, ιστορικά αβάσιμος αντιπερισπασμός απέναντι στα δίκαια αιτήματα της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας.
Το άρθρο του Αντώνη Μπέζα
Κάθε χρόνο επαναλαμβάνεται σχεδόν το ίδιο σκηνικό. Στην Κονίσπολη, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πραγματοποιούνται εκδηλώσεις για τους μουσουλμάνους Τσάμηδες που εγκατέλειψαν τη Θεσπρωτία το 1944. Οι εκδηλώσεις συνοδεύονται από τις γνωστές αναφορές περί «γενοκτονίας», «δικαιώματος επιστροφής», «περιουσιακών αξιώσεων» και «ιστορικής δικαίωσης». Καισήμερα,27 Ιουνίου, με την κορύφωση της «Τσάμικης Εβδομάδας», οι ίδιες διεκδικήσεις θα ακουστούν ξανά.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι τι θα ειπωθεί στην Κονίσπολη. Το ερώτημα είναι γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να απαντά κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο.
Οι ετήσιες εκδηλώσεις για τολεγόμενο Τσάμικο ζήτημα δεν αποτελούν τελετές μνήμης κάποιωνσυλλόγων ούτε εμμονή ορισμένων περιθωριακών κύκλων. Τα πρόσφατα γεγονότα στην Αλβανική Βουλή το επιβεβαιώνουν. Η συνεδρίαση που οργανώθηκε με αφορμή την επέτειο των 82 ετών από τη «γενοκτονία των Τσάμηδων», με πρωταγωνιστές στελέχη του PDIU, δεν περιορίστηκε σε συναισθηματικές αναφορές. Περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, αιτήματα για «δημόσια συγγνώμη» της Ελλάδας και σύνδεση του ζητήματος με την «άρση του εμπολέμου».
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Όταν τέτοιες θέσεις διατυπώνονται μέσα στο Κοινοβούλιο μιας υποψήφιας προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση χώρας, δεν μπορούμε να μιλάμε απλώς για γραφικότητες. Μπορεί να μη συνιστούν στο σύνολό τους επίσημη κυβερνητική γραμμή, αποτελούν όμως τμήμα του δημόσιου πολιτικού λόγου της Αλβανίας και χρησιμοποιούνται ως εργαλείο πίεσης στις σχέσεις με την Ελλάδα.
Η λειτουργία της συγκεκριμένης ρητορικής είναι διττή.Στο εσωτερικό της Αλβανίας, το Τσάμικο χρησιμοποιείται ως μέσο εθνικής συσπείρωσης και πολιτικής κατανάλωσης. Στο διμερές πεδίο, λειτουργεί ως αντιπερισπασμός απέναντι στα ζητήματα που θέτει η Ελλάδα για τα δικαιώματα της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας. Επιχειρείται, δηλαδή, να δημιουργηθεί μια τεχνητή συμμετρία: από τη μία η Ελληνική Μειονότητα, από την άλλη οι αξιώσεις των απογόνων μιας ομάδας, σημαντικό τμήμα της οποίας συνεργάστηκε με τις δυνάμεις κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η εξίσωση είναι ιστορικά αβάσιμη και πολιτικά παραπλανητική.
Η Ελληνική Εθνική Μειονότητα στην Αλβανία αποτελεί ζωντανή, αναγνωρισμένη κοινότητα, με δικαιώματα που απορρέουν από διεθνείς υποχρεώσεις της Αλβανίας, από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και από την ίδια την ενταξιακή της πορεία. Το Τσάμικο, αντίθετα, είναι μια υπόθεση που συνδέεται με τα γεγονότα της Κατοχής και με εγκλήματα που διαπράχθηκαν εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας και της Πρέβεζας.
Αρκεί να θυμηθεί κανείς την εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς τον Σεπτέμβριο του 1943, μία από τις πιο τραγικές στιγμές της κατοχικής περιόδου στην Ήπειρο. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τις επιθέσεις, τις λεηλασίες, τις καταστροφές χωριών και τις δολοφονίες αμάχων από ένοπλες ομάδες μουσουλμάνων Τσάμηδων που συνεργάζονταν με τις ιταλικές και ναζιστικές αρχές. Αυτές οι «μαύρες» σελίδες σπανίως εμφανίζονται στο αφήγημα που προβάλλεται κάθε Ιούνιο στην Αλβανία αφού η δική τους εκδοχή της ιστορίας αρχίζει βολικά από το 1944 και αποσιωπά όσα είχαν προηγηθεί.
Εδώ βρίσκεται η βασική αδυναμία της ελληνικής προσέγγισης.Η ελληνική επιχειρηματολογία είναι ορθή, αλλά παραμένει κυρίως αμυντική. Υπενθυμίζει, ορθώς, ότι το Τσάμικο δεν υφίσταται ως μειονοτικό ή εδαφικό ζήτημα. Τονίζει, επίσης ορθώς, τη συνεργασία των Τσάμηδων με τις δυνάμεις κατοχής και τις καταδικαστικές αποφάσεις για δοσιλογισμό. Όμως σταματά εκεί.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η προσέγγιση εξακολουθεί να αρκεί.
Εφόσον η αλβανική πλευρά επιλέγει να επαναφέρει γεγονότα ογδόντα ετών ως δήθεν ενεργές πολιτικές και ηθικές αξιώσεις, τότε η ίδια λογική δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Γιατί να μην τεθεί, με την ίδια σαφήνεια, το ζήτημα των Ελλήνων θυμάτων της τσαμικής βίας; Γιατί να μη ζητηθεί η ηθική αναγνώριση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στη Θεσπρωτία και την Πρέβεζα; Γιατί να μην αναδειχθεί διεθνώς η μνήμη των ανθρώπων που δολοφονήθηκαν, λεηλατήθηκαν ή εκδιώχθηκαν από τα χωριά τους από συνεργάτες των κατακτητών;
Δεν πρόκειται για διάθεση εκδίκησης ούτε για αναβίωση ιστορικών παθών. Πρόκειται για στοιχειώδη αποκατάσταση της ιστορικής ισορροπίας. Όταν η μία πλευρά εργαλειοποιεί τη μνήμη, η άλλη δεν μπορεί να αποδέχεται τη μισή ιστορία ως βάση συζήτησης. Και όταν κάποιοι μιλούν για αποζημιώσεις και περιουσίες, δεν μπορούν να αγνοούν τα θύματα, τις περιουσίες και τις καταστροφές που προκάλεσαν οι πολιτικοί και βιολογικοί τους πρόγονοι.
Η Ελλάδα προφανώς δεν πρέπει να διολισθήσει σε εθνικιστική ρητορική. Χρειάζεται, όμως, μια πιο ενεργητική πολιτική ιστορικής τεκμηρίωσης και δημόσιας διπλωματίας. Χρειάζεται συστηματική ανάδειξη των γεγονότων, μεταφρασμένο αρχειακό υλικό, διεθνείς παρεμβάσεις, επιστημονική τεκμηρίωση και σαφή σύνδεση του ζητήματος με τις αρχές καλής γειτονίας που οφείλει να τηρεί κάθε υποψήφια προς ένταξη χώρα.
Δεν μπορεί η ευρωπαϊκή πορεία μιας υποψήφιας προς ένταξη χώρας όπως η Αλβανία, να συμβαδίζει με την ανοχή σε αναθεωρητικές αφηγήσεις, πολύ περισσότερο όταν αυτές στρέφονται κατά άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Τσάμικο δεν αντιμετωπίζεται μόνο με ιστορία. Αντιμετωπίζεται και με στρατηγική. Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να ανοίξει ανύπαρκτα ζητήματα. Έχει, όμως, κάθε λόγο να μην επιτρέπει τη μονοπώληση της μνήμης από όσους αποσιωπούν τον ρόλο των μουσουλμάνων Τσάμηδων κατά την Κατοχή.
Αν η Αλβανία θέλει πραγματικά να βαδίσει προς την Ευρώπη, ο δρόμος δεν περνά μέσα από την ανακύκλωση αλυτρωτικών αφηγημάτων. Περνά μέσα από τον σεβασμό της ιστορικής αλήθειας, την εγκατάλειψη των τεχνητών αντιπερισπασμών και την πλήρη προστασία των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας.
Και όσο η αλβανική πλευρά επιμένει να επαναφέρει κάθε Ιούνιο μια μονομερή ανάγνωση του παρελθόντος, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιορίζεται σε προβλέψιμες διαψεύσεις. Χρειάζεται μια «επιθετική» στρατηγική που θα υπερασπίζεται την ιστορική αλήθεια με την ίδια συνέπεια που υπερασπίζεται τα εθνικά της συμφέροντα.
(*) Ο Αντώνης Μπέζας είναι πρώην υφυπουργός και βουλευτής Θεσπρωτίας