Η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά, με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ να αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που γίνεται αισθητή καθημερινά στα ταμεία των σούπερ μάρκετ, στα πρατήρια καυσίμων και συνολικά στην αγορά.
Παρότι ο κύκλος εργασιών του λιανικού εμπορίου αυξήθηκε κατά 4% τον Απρίλιο του 2026 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, ο όγκος των πωλήσεων –δηλαδή οι πραγματικές ποσότητες προϊόντων που αγοράστηκαν– μειώθηκε κατά 0,1%.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι καταναλωτές δαπανούν περισσότερα χρήματα χωρίς να αυξάνουν τις αγορές τους. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις αγοράζουν ακόμη λιγότερα προϊόντα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Τα τρόφιμα εξακολουθούν να πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς
Ιδιαίτερα έντονη είναι η εικόνα στον κλάδο των τροφίμων.
Στα καταστήματα ειδών διατροφής ο τζίρος αυξήθηκε κατά 7,1%, ενώ ο όγκος των πωλήσεων ενισχύθηκε μόλις κατά 4,1%. Η διαφορά αποδίδεται κυρίως στις αυξημένες τιμές των προϊόντων και όχι σε μεγαλύτερη κατανάλωση.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στην κατηγορία «Τρόφιμα – Ποτά – Καπνός», όπου ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 6,8%, αλλά ο όγκος των πωλήσεων μόλις κατά 3,3%.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η ακρίβεια στα βασικά είδη διατροφής εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Καύσιμα: Λιγότερα λίτρα, μεγαλύτερος λογαριασμός
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα πρατήρια καυσίμων.
Ο τζίρος αυξήθηκε κατά 10,4%, όμως ο όγκος των πωλήσεων υποχώρησε κατά 7,4%.
Με απλά λόγια, οι οδηγοί προμηθεύτηκαν λιγότερα καύσιμα, αλλά κατέβαλαν περισσότερα χρήματα. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς αλλά και το συνολικό κόστος μεταφορών, διανομών και παραγωγής, διατηρώντας τις πληθωριστικές πιέσεις σε υψηλά επίπεδα.
Σημάδια κόπωσης στην κατανάλωση
Την ίδια στιγμή, ο εποχικά διορθωμένος δείκτης όγκου του λιανικού εμπορίου υποχώρησε κατά 1,4% σε σχέση με τον Μάρτιο, εξέλιξη που αποτυπώνει τη σταδιακή επιβράδυνση της καταναλωτικής ζήτησης.
Παρά τις αυξήσεις που έχουν δοθεί σε μισθούς και συντάξεις το τελευταίο διάστημα, το αυξημένο κόστος ζωής εξακολουθεί να περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Οι καταναλωτές εμφανίζονται ολοένα και πιο συγκρατημένοι στις αγορές τους, δίνοντας προτεραιότητα στις βασικές ανάγκες και περιορίζοντας τις δαπάνες για μη απαραίτητα αγαθά.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι η μάχη με τον πληθωρισμό δεν έχει ακόμη κερδηθεί, καθώς η αύξηση του τζίρου στην αγορά προέρχεται κυρίως από τις ανατιμήσεις και όχι από πραγματική ενίσχυση της κατανάλωσης.