ΑΑΔΕ: Δεκαήμερη αναστολή λειτουργίας του Μητρώου για αυτόματη αντιστοίχιση ΚΑΔ

aade ()

Μέχρι και τις 10 Μαρτίου 2026, το Μητρώο της ΑΑΔΕ θα βρίσκεται σε δεκαήμερη αναστολή λειτουργίας, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτόματης αντιστοίχισης Κωδικών Αριθμών Δραστηριότητας (ΚΑΔ) για επιχειρήσεις και επαγγελματίες.

Η τεχνική αλλά κρίσιμη μετάβαση επηρεάζει περίπου 1,9 εκατομμύρια ΑΦΜ με ενεργές δραστηριότητες και εντάσσεται στη συνολική προσαρμογή του ελληνικού φορολογικού συστήματος στα νέα ευρωπαϊκά στατιστικά πρότυπα.

Ποιες υπηρεσίες θα είναι προσωρινά μη διαθέσιμες

Κατά τη διάρκεια της αναστολής, οι ψηφιακές εφαρμογές του Μητρώου δεν θα επιτρέπουν:

  • Υποβολή αιτημάτων για έναρξη ή διακοπή επιχειρηματικής δραστηριότητας
  • Αλλαγές προσωπικών δεδομένων ή διεύθυνσης
  • Μεταβολές στοιχείων επιχείρησης ή εγκατάστασης

Οι υπηρεσίες αναμένεται να επανέλθουν πλήρως μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ η ενημέρωση των ΚΑΔ θα γίνει αυτόματα από την ΑΑΔΕ, χωρίς αρχική ενέργεια από τους φορολογούμενους. Οι νέοι πενταψήφιοι ΚΑΔ, που θα ξεκινούν από το ψηφίο 8, θα αντικαταστήσουν πλήρως τους παλαιούς.

Τα τρία στάδια της διαδικασίας

Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, η μετάβαση περιλαμβάνει:

  1. Αυτόματη αντικατάσταση των υφιστάμενων ΚΑΔ με τους νέους
  2. Ενημέρωση φορολογουμένων μέσω μηνύματος για την ολοκλήρωση της αντιστοίχισης
  3. Δυνατότητα ελέγχου και διόρθωσης των νέων στοιχείων από επιχειρήσεις έως την 1η Ιουνίου 2026, χωρίς πρόστιμο

Σε περιπτώσεις όπου μία δραστηριότητα αντιστοιχιστεί σε περισσότερους νέους ΚΑΔ, η ΑΑΔΕ θα ορίζει έναν ως κύριο ΚΑΔ και τους υπόλοιπους ως δευτερεύοντες, βάσει συνάφειας δραστηριοτήτων και διαθέσιμων δεδομένων.

Έλεγχος και επόμενα βήματα

Οι επιχειρήσεις θα μπορούν να ελέγξουν τους νέους ΚΑΔ μέσω της εφαρμογής «Βεβαιώσεις Μητρώου» στην ενότητα «Μητρώο και Επικοινωνία» του myAADE, όπου θα εμφανίζεται τόσο η τρέχουσα εικόνα όσο και το ιστορικό μεταβολών. Τυχόν νέες δηλώσεις ή διορθώσεις δραστηριοτήτων θα γίνονται με ημερομηνία μεταγενέστερη και θα εξετάζονται από τη φορολογική διοίκηση.

Η διαδικασία αποτελεί ένα ακόμη βήμα ψηφιακού εκσυγχρονισμού της φορολογικής διοίκησης, με στόχο την αξιοπιστία των οικονομικών δεδομένων, τη συγκρισιμότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη δημιουργία ενός πιο λειτουργικού και συνεκτικού φορολογικού πλαισίου για επιχειρήσεις και επαγγελματίες.