Ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει σταθερή αριθμητική ανάπτυξη, όμως η χώρα εξακολουθεί να μην διαθέτει ολοκληρωμένη εικόνα για το πραγματικό οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κλάδου. Το κενό αυτό αναδεικνύει πρόσφατη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, η οποία επισημαίνει ότι η τουριστική πολιτική εξακολουθεί να σχεδιάζεται σε σημαντικό βαθμό χωρίς επαρκή και συγκρίσιμα δεδομένα.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την καταγραφή των αφίξεων και των εισπράξεων. Αφορά κυρίως το τι μένει τελικά στην οικονομία και στις τοπικές κοινωνίες, ποιο είναι το δημοσιονομικό όφελος, ποιες θέσεις εργασίας δημιουργούνται και ποιες πιέσεις προκαλεί η τουριστική δραστηριότητα στους προορισμούς.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ένα από τα σημαντικότερα κενά είναι η απουσία Δορυφόρων Λογαριασμών Τουρισμού (Tourism Satellite Accounts – TSA). Πρόκειται για διεθνώς αναγνωρισμένο στατιστικό εργαλείο, το οποίο επιτρέπει να αποτιμάται με συγκρίσιμο τρόπο η πραγματική συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ. Παράλληλα, θα μπορούσε να αποτυπώνει τα δημοσιονομικά έσοδα που δημιουργεί ο κλάδος και τον τρόπο με τον οποίο αυτά επιστρέφουν στις τοπικές οικονομίες.
Ελλείψεις καταγράφονται και στην κοινωνική διάσταση. Δεν υπάρχει επαρκής αναλυτική αποτύπωση της απασχόλησης, των ειδικοτήτων, της εποχικότητας και των εργασιακών συνθηκών. Την ίδια ώρα, απουσιάζει η συστηματική έρευνα για τις επιπτώσεις του τουρισμού στην καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων, από τη διαθεσιμότητα και το κόστος της κατοικίας μέχρι την επιβάρυνση των υποδομών και την κόπωση δημοφιλών προορισμών.
Αντίστοιχα κενά υπάρχουν και στο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Η κατανάλωση νερού και ενέργειας, η παραγωγή αποβλήτων και οι εκπομπές αερίων από τις τουριστικές επιχειρήσεις δεν καταγράφονται με ενιαίο και συγκρίσιμο τρόπο, παρά τη σημασία αυτών των στοιχείων για τη βιωσιμότητα των προορισμών.
Η πρόταση του ΙΝΣΕΤΕ είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος παρακολούθησης, στα πρότυπα ενός εθνικού παρατηρητηρίου τουρισμού. Η εφαρμογή του θα μπορούσε να προχωρήσει μέσα σε ορίζοντα 24 μηνών, με κοινή και απλή μεθοδολογία, ώστε τα διαθέσιμα στοιχεία να είναι αξιόπιστα και συγκρίσιμα.
Για περιοχές όπως η Ήπειρος, όπου ο τουρισμός αποτελεί σημαντικό πεδίο οικονομικής ανάπτυξης, το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσοι επισκέπτες φτάνουν κάθε χρόνο. Είναι πόσο εισόδημα παραμένει στον τόπο, πόσες σταθερές θέσεις εργασίας δημιουργούνται και ποιο είναι το κόστος που επωμίζονται οι τοπικές κοινωνίες και το περιβάλλον.
Χωρίς τέτοια δεδομένα, η τουριστική ανάπτυξη κινδυνεύει να αξιολογείται κυρίως με βάση τις αφίξεις και τις διανυκτερεύσεις, χωρίς να είναι σαφές αν μεταφράζεται σε πραγματικό και βιώσιμο όφελος για τους προορισμούς.