Με σκληρή γλώσσα και ευθείες αιχμές εναντίον όσων συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του νέου Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων παρεμβαίνει ο πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων, Γεώργιος Φλούδας.
Κάνει λόγο για επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες με στόχο τη συνδικαλιστική προβολή και αντιπαραβάλλει τη συγκεκριμένη στάση με την προσπάθεια των εργαζομένων για την αναβάθμιση του νοσοκομείου.
Αναγνωρίζει ότι οι ελλείψεις και τα προβλήματα παραμένουν, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι άλλο είναι η θεσμική διεκδίκηση και άλλο η στείρα αντιπαράθεση.
Η παρέμβαση του Γιώργου Φλούδα γίνεται μ άρθρο που απέστειλε στα μέσα ενημέρωσης φέροντας τον τίτλο «Χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον».
Αναλυτικά αναφέρει:
Η λαϊκή σοφία συνηθίζει να λέει πως «το πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη». Η φράση αυτή -μαζί με τη βιβλική ρήση του τίτλου για τους άδειους τενεκέδες που απλώς κάνουν θόρυβο- ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό πολλών εξ αφορμής των πρόσφατων «κινητοποιήσεων» στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων (ΠΓΝΙ).
Για πολλοστή φορά παρακολουθήσαμε την ίδια ακριβώς παράσταση, σκηνοθετημένη από τα ίδια πρόσωπα, τους ίδιους «πρωταγωνιστές» που, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές τους, παραμένουν πεισματικά στο περιθώριο της ιστορίας του νοσοκομείου. Μια γνώριμη παραφωνία σε μια πραγματικά σπουδαία στιγμή για τον τόπο: τα εγκαίνια του νέου, υπερσύγχρονου Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών.
Στο ΠΓΝΙ έχουμε πια συνηθίσει αυτού του είδους τις αντιδράσεις. Εκδηλώνονται με κάθε αφορμή, είτε αυτή σχετίζεται με την πραγματικότητα είτε -όπως συνήθως- αποτελεί απλώς πρόσχημα. Έχουν καταντήσει σαν τον μονότονο θόρυβο της κίνησης σε έναν πολυσύχναστο δρόμο: δεν προκαλούν έκπληξη, δεν κομίζουν τίποτα νέο, απλώς επαναλαμβάνουν τα ίδια συνθήματα, αλλάζοντας μόνο την ημερομηνία στο πάνω μέρος της ανακοίνωσης.
Ωστόσο, η ανοχή έχει και τα όριά της. Αναμφίβολα, κάθε μειοψηφία έχει το απόλυτο δικαίωμα να εκφράζει την άποψή της. Δημοκρατία, όμως, σημαίνει πάνω απ’ όλα σεβασμός στη βούληση των πολλών. Σε μια μέρα δικαίωσης και ανακούφισης για τη συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού, μια μικρή και γνωστή ομάδα επέλεξε να επιβεβαιώσει την άρνησή της απέναντι σε κάθε βήμα προόδου.
Επιστρατεύτηκαν ξανά τα πάντα: από άσχετα ζητήματα άλλων δομών της πόλης, μέχρι τις καταγγελίες για την προηγούμενη κατάσταση των ΤΕΠ -την οποία η ίδια η πραγματικότητα του νέου έργου πλέον ακυρώνει, στερώντας τους το αγαπημένο τους αφήγημα. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να επικαλούνται «προσωπικές διώξεις» συναδέλφων τους, μιλώντας για λογαριασμό ανθρώπων που ήταν παρόντες αλλά δεν χρειάζονταν αυτόκλητους εκπροσώπους.
Το ερώτημα παραμένει απλό: Γιατί εκεί και γιατί τότε; Γιατί ακριβώς μπροστά στον χώρο όπου οι εργαζόμενοι υποδέχονταν το έργο και όχι, για παράδειγμα, στην κεντρική πύλη; Προφανώς επειδή εκεί βρίσκονταν οι τηλεοπτικές κάμερες. Ο φόβος μιας παράστασης χωρίς «κοινό» ήταν μεγαλύτερος από τον σεβασμό στον κόπο εκατοντάδων εργαζομένων που πάλεψαν για να υλοποιηθεί αυτό το έργο -ακόμη και από τον στοιχειώδη σεβασμό στην τελετή των εγκαινίων.
Ποιος ήταν τελικά ο σκοπός; Η απάντηση είναι προφανής: η προσωπική και συνδικαλιστική προβολή. Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να καλυφθεί η απόρριψη που εισπράττουν σταθερά τόσο από την κοινότητα του νοσοκομείου όσο και από την τοπική κοινωνία. Ένας ερασιτεχνισμός που επιβιώνει μόνο επειδή η πλειοψηφία επιλέγει να τον προσπερνά με συγκατάβαση ή αδιαφορία.
Είναι το νέο ΤΕΠ ένα ουσιαστικό επίτευγμα; Αναμφίβολα ναι. Αναβαθμίζει τη λειτουργία του ΠΓΝΙ; Σαφέστατα. Χρειάζονται κι άλλα να γίνουν; Ασφαλώς. Τα προβλήματα και οι ελλείψεις είναι υπαρκτά, έχουν καταγραφεί και έχουν τεθεί θεσμικά από τα όργανα των εργαζομένων εκεί που πρέπει, με στόχο να δοθούν λύσεις.
Άλλο πράγμα, όμως, η υπεύθυνη διεκδίκηση -την οποία άλλοι συνάδελφοι άσκησαν με σοβαρότητα και σεβασμό στη διαδικασία – και εντελώς διαφορετικό η στείρα, επαναλαμβανόμενη άρνηση. Οι «περιοδεύοντες διαμαρτυρόμενοι» ας αντιληφθούν επιτέλους πως η ανοχή των πολλών δεν ισοδυναμεί με αποδοχή.