Κριτική στην πολιτική του Υπουργείου Υγείας, με αφορμή τα εγκαίνια και τις ανακαινίσεις υγειονομικών δομών στην Ήπειρο, ασκεί ο βουλευτής Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, Ιωάννης Τσίμαρης, θέτοντας στο επίκεντρο τις ελλείψεις προσωπικού, την πρόσβαση των κατοίκων των απομακρυσμένων περιοχών σε περίθαλψη και την κατάσταση στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.
Ο κ. Τσίμαρης αναγνωρίζει ότι οι ανακαινίσεις είναι θετικές και αναγκαίες, επισημαίνει ωστόσο ότι η αναβάθμιση των κτιριακών υποδομών δεν αρκεί για να ενισχυθεί ουσιαστικά το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Όπως υποστηρίζει, η επαρκής στελέχωση με ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό παραμένει κρίσιμο ζητούμενο, ενώ εκκρεμεί και ο εκσυγχρονισμός των οργανισμών των νοσοκομείων και των υγειονομικών δομών, ώστε οι προβλεπόμενες θέσεις να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές της Ηπείρου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Πράμαντα, όπου οι αποστάσεις από τις νοσοκομειακές μονάδες μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τον χρόνο παροχής βοήθειας σε ένα επείγον περιστατικό.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας δεν έχει αναπτυχθεί στον βαθμό που απαιτείται, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει, να επιβαρύνονται τα νοσοκομεία και τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών. Ζητά ολοκληρωμένο σχεδιασμό, καλύτερη διασύνδεση των δομών και μεγαλύτερη αξιοποίηση της τηλεϊατρικής και των ψηφιακών υπηρεσιών για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων σε δυσπρόσιτες περιοχές.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στρέφεται και κατά της ρητορικής του Άδωνι Γεωργιάδη, επικρίνοντας τη χρήση της έκφρασης «συμμορία της μιζέριας» για όσους ασκούν κριτική. Όπως σημειώνει, η ανάδειξη των ελλείψεων δεν αποτελεί μιζέρια, αλλά υποχρέωση απέναντι στους ασθενείς και τους εργαζόμενους στη δημόσια υγεία, καλώντας τον Υπουργό να απαντά με στοιχεία και λύσεις.
Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, σύμφωνα με τον κ. Τσίμαρη, δεν μηδενίζει τις θετικές παρεμβάσεις στις υποδομές, επιμένει όμως ότι απαιτούνται επαρκές προσωπικό, σύγχρονος σχεδιασμός και ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας.
Το βασικό ερώτημα που θέτει είναι αν οι ανακαινίσεις συνοδεύονται από τις αναγκαίες παρεμβάσεις στη στελέχωση και τη λειτουργία των δομών, ώστε οι πολίτες να βρίσκουν γιατρό και περίθαλψη όταν τα χρειάζονται.