Σοβαρά ερωτήματα για τη στελέχωση και τη λειτουργία των εργαστηρίων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων θέτει η ΕΙΝΗ με αφορμή την απόφαση του διοικητή να μετακινήσει βιοπαθολόγο από το Κεντρικό Μικροβιολογικό Εργαστήριο στο Εργαστήριο Ανοσολογίας της Ρευματολογικής Κλινικής.
Η απόφαση, με αριθμό πρωτοκόλλου 25700/30-9-2026, αφορά γιατρό που έχει την επιστημονική ευθύνη της Μονάδας Ανοσολογίας του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου από το 2017. Σύμφωνα με την καταγγελία, η μετακίνηση αποδυναμώνει περαιτέρω ένα εργαστήριο που λειτουργεί ήδη με σημαντικές ελλείψεις προσωπικού, καθώς καλύπτεται μόλις το 50% των οργανικών θέσεων των γιατρών του.
Το διακύβευμα είναι σημαντικό, καθώς στο Κεντρικό Ανοσολογικό Εργαστήριο πραγματοποιούνται περισσότερες από 100.000 εξετάσεις ετησίως, καλύπτοντας διαγνωστικές ανάγκες του συνόλου των κλινικών και των εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου.
Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται η λειτουργία ενός δεύτερου Εργαστηρίου Ανοσολογίας στη Ρευματολογική Κλινική και η δυνατότητά του να διενεργεί εξειδικευμένες εξετάσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην καταγγελία της ΕΙΝΗ το ζήτημα είχε τεθεί ήδη από τον Νοέμβριο του 2024, όταν ο διοικητής του ΠΓΝΙ απευθύνθηκε στην 6η Υγειονομική Περιφέρεια ζητώντας διευκρινίσεις για τη δυνατότητα διενέργειας εξετάσεων από το εργαστήριο της Ρευματολογικής Κλινικής. Η απάντηση της 6ης ΥΠΕ, τον Ιανουάριο του 2025, ανέφερε ότι η διενέργεια των εξετάσεων μπορούσε να εγκριθεί από το συγκεκριμένο εργαστήριο, ενώ η ιεράρχηση των αναγκών των εργαστηρίων παρέμενε αρμοδιότητα των οργάνων του νοσοκομείου.
Το θέμα εξετάστηκε στη συνέχεια από το Επιστημονικό Συμβούλιο, το οποίο, σύμφωνα με την καταγγελία, έκρινε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο θα έπρεπε να αποφασίσει εάν επιθυμεί τη λειτουργία δύο εργαστηρίων ανοσολογίας στο νοσοκομείο. Στις 17 Δεκεμβρίου 2025, το Διοικητικό Συμβούλιο ενέκρινε τη διενέργεια εξετάσεων από το εργαστήριο της Ρευματολογικής Κλινικής και την εισαγωγή τους στο σύστημα GI-Clinic.
Η λειτουργία του εργαστηρίου γνωστοποιήθηκε στους διευθυντές των τμημάτων του ΠΓΝΙ τον Μάρτιο του 2026. Ωστόσο, σύμφωνα με την καταγγελία, εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με την επιστημονική ευθύνη, την εποπτεία των εξετάσεων, τους ποιοτικούς ελέγχους και την υπογραφή των αποτελεσμάτων.
Στις 6 Οκτωβρίου 2026, η διευθύντρια του Μικροβιολογικού Εργαστηρίου επανήλθε με έγγραφό της προς το Διοικητικό Συμβούλιο, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία γιατρού ειδικότητας Ιατρικής Βιοπαθολογίας – Εργαστηριακής Ιατρικής είναι αναγκαία για την επιστημονική εποπτεία, την αξιολόγηση και την έγκριση των αποτελεσμάτων.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η απομάκρυνση της γιατρού από το Κεντρικό Μικροβιολογικό Εργαστήριο μπορεί να επηρεάσει και την εκπαίδευση των ειδικευόμενων, με κίνδυνο να μην είναι δυνατή η πλήρης χορήγηση της ειδικότητας Ιατρικής Βιοπαθολογίας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και η αιτιολογία της μετακίνησης. Σύμφωνα με την καταγγελία, στην απόφαση αναφέρεται ότι η γιατρός υπερέχει στη μοριοδότηση για την κάλυψη θέσης σε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα. Οι καταγγέλλοντες ζητούν διευκρινίσεις για το σκεπτικό της συγκεκριμένης επιλογής, θέτοντας παράλληλα ζήτημα διαχείρισης πληροφοριών που αφορούν τη διαδικασία κρίσης και επιλογής γιατρών.
Η ΕΙΝΗ ζητά την άμεση ανάκληση της μετακίνησης και την ενίσχυση των κεντρικών εργαστηρίων με το αναγκαίο προσωπικό. Παράλληλα, καλεί τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΠΓΝΙ και τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Ιωαννίνων να πάρουν θέση.