Μια αγορά με σημαντικές δυνατότητες για τα ελληνικά τρόφιμα παραμένει η Γερμανία, καθώς οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών από την Ελλάδα έφτασαν περίπου τα 1,3 δισ. ευρώ το 2025. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να αυξηθούν οι πωλήσεις, αλλά και να αποκτήσουν τα ελληνικά προϊόντα μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, σταθερή παρουσία στα ράφια και ισχυρότερη θέση απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό.
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο του Ελληνογερμανικού Food Forum, με τίτλο «Premium Greek Taste Meets German Demand: Authentic. Healthy. Sustainable», το οποίο διοργάνωσαν το Ελληνογερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο και η ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο, υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Αττικής.
Στο φόρουμ συμμετείχαν πέντε γερμανικές επιχειρήσεις από τον χώρο του λιανικού και χονδρικού εμπορίου, πραγματοποιώντας συνολικά 41 συναντήσεις με Έλληνες παραγωγούς. Στόχος ήταν να διερευνηθούν νέες δυνατότητες εξαγωγών προς τη γερμανική αγορά, με προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, το μέλι, οι φυσικοί χυμοί, οι ξηροί καρποί, τα βιολογικά τρόφιμα και οι μπάρες δημητριακών.
Ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, υπογράμμισε ότι η επόμενη πρόκληση για τον ελληνικό πρωτογενή τομέα είναι η εξαγωγή προϊόντων μεγαλύτερης αξίας και η ανάπτυξη σταθερών εμπορικών συνεργασιών.
Η συζήτηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ήπειρο, μια περιοχή με προϊόντα που μπορούν να διεκδικήσουν θέση σε αγορές του εξωτερικού. Το ηπειρωτικό μέλι, τα γαλακτοκομικά και τα τυροκομικά προϊόντα, τα ακτινίδια, τα εσπεριδοειδή της Άρτας και τα τοπικά προϊόντα μικρών παραγωγών αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες με εξαγωγικές δυνατότητες, εφόσον συνοδεύονται από την απαιτούμενη οργάνωση, πιστοποίηση και εμπορική στρατηγική.
Η πρόσβαση, ωστόσο, σε μια μεγάλη αγορά όπως η γερμανική δεν εξασφαλίζεται μόνο από την ποιότητα ή την τοπική ταυτότητα ενός προϊόντος. Όπως επισημάνθηκε στις εργασίες του φόρουμ, απαιτούνται γνώση των καταναλωτικών συνηθειών, κατάλληλη συσκευασία και επισήμανση, πιστοποιήσεις, ανταγωνιστική τιμολόγηση και αξιόπιστα δίκτυα διανομής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επιλογή του τρόπου διάθεσης. Ένα προϊόν μπορεί να προωθηθεί με τη δική του εμπορική επωνυμία ή να παραχθεί για λογαριασμό αλυσίδας λιανικής με ιδιωτική ετικέτα. Κάθε επιλογή έχει διαφορετικές απαιτήσεις, τόσο ως προς την τιμή όσο και ως προς την παραγωγική δυνατότητα και τη διαπραγματευτική θέση του παραγωγού.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναδείχθηκε η σημασία της γερμανικής επισήμανσης, της σταθερής ποιότητας, της συμμόρφωσης με τους κανόνες ανακύκλωσης και της οργάνωσης των logistics. Για προϊόντα όπως το μέλι και το ελαιόλαδο, το ηλεκτρονικό εμπόριο μπορεί επίσης να αποτελέσει ένα επιπλέον κανάλι διάθεσης, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι σχετικοί κανονισμοί και υπάρχει στοχευμένη εμπορική προβολή.
Για την Ήπειρο, το ζητούμενο είναι αν οι δυνατότητες αυτές θα μεταφραστούν σε περισσότερες οργανωμένες εξαγωγικές προσπάθειες. Η συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις και επιχειρηματικές συναντήσεις, η συνεργασία μεταξύ παραγωγών και η δημιουργία αναγνωρίσιμων εμπορικών σημάτων μπορούν να ενισχύσουν την παρουσία των τοπικών προϊόντων. Χρειάζεται, όμως, να υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για τις εξαγωγές των ηπειρωτικών επιχειρήσεων και να αποτυπωθεί ποια προϊόντα έχουν ήδη κατακτήσει αγορές του εξωτερικού και ποια αναζητούν ακόμη διέξοδο.
Η γερμανική αγορά προσφέρει ευκαιρίες, αλλά δεν αποτελεί αυτόματη εγγύηση επιτυχίας. Για τους παραγωγούς της Ηπείρου, η πρόκληση είναι να μετατρέψουν την ποιότητα και την τοπική προέλευση σε σταθερή εμπορική αξία, με προϊόντα που μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των αγοραστών και να παραμείνουν ανταγωνιστικά σε βάθος χρόνου.