Νέους κανόνες για την παρουσία των κληρικών στα social media επιχειρεί να διαμορφώσει η Εκκλησία της Ελλάδος, καθώς το TikTok, το Instagram, το Facebook και το YouTube έχουν πλέον μπει για τα καλά στην καθημερινότητα ακόμη και των ενοριών.
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, με την Εκκλησία να μην επιδιώκει να αποκλείσει τους ιερείς από το διαδίκτυο, αλλά να αναζητά τα όρια ανάμεσα στην ποιμαντική παρουσία και την προσωπική προβολή.
Η συζήτηση έγινε στις 7 Οκτωβρίου, με την εισήγηση του Μητροπολίτη Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου να επιχειρεί να θέσει ένα πλαίσιο αρχών για τον τρόπο με τον οποίο οι κληρικοί θα πρέπει να χρησιμοποιούν τα σύγχρονα ψηφιακά μέσα.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η Εκκλησία δεν θέλει ούτε μια «φοβισμένη» στάση απέναντι στην τεχνολογία ούτε όμως την άκριτη υιοθέτηση της λογικής των social media.
Η παρουσία ενός ιερέα στο διαδίκτυο μπορεί να αποτελέσει έναν σύγχρονο τρόπο επικοινωνίας με ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από την Εκκλησία και ιδιαίτερα με τους νέους. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί κινδύνους όταν η ανάγκη για περισσότερες προβολές, followers και likes αρχίζει να γίνεται αυτοσκοπός.
Μία από τις βασικές αρχές που τέθηκαν είναι χαρακτηριστική: ο κληρικός παραμένει κληρικός και στο διαδίκτυο.
Αυτό σημαίνει ότι η ψηφιακή παρουσία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας χώρος όπου ο ιερέας αποκτά μια εντελώς διαφορετική δημόσια ταυτότητα. Η σχέση του με τον Επίσκοπο, την τοπική Εκκλησία και την Ιερά Σύνοδο εξακολουθεί να υφίσταται και στον ψηφιακό χώρο.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην προσωπική προβολή.
Η εισήγηση θέτει ουσιαστικά ένα όριο στη δημιουργία ενός προσωπικού «brand» γύρω από τον κληρικό. Η ψηφιακή δράση, σύμφωνα με το πλαίσιο που παρουσιάστηκε, δεν θα πρέπει να δημιουργεί ένα «είδωλο» του ιερέα, αλλά να παραπέμπει στην Εκκλησία και στον Χριστό.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ανάγκη αυτοσυγκράτησης.
Ο κληρικός δεν χρειάζεται να έχει δημόσια άποψη για κάθε γεγονός που απασχολεί την επικαιρότητα. Η λογική των social media απαιτεί συχνά άμεση αντίδραση, όμως η Εκκλησία επιχειρεί να βάλει ένα διαφορετικό μέτρο, ζητώντας προσεκτική αξιολόγηση και έλεγχο της πληροφορίας πριν από κάθε δημόσια τοποθέτηση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται μάλιστα στην παραπληροφόρηση. Η αναπαραγωγή μιας είδησης χωρίς προηγούμενη επιβεβαίωση, ειδικά όταν αφορά πρόσωπα ή σοβαρά ζητήματα, θεωρείται ότι δεν μπορεί να αποτελεί μέρος της υπεύθυνης ψηφιακής παρουσίας ενός κληρικού.
Όρια τίθενται και στον τρόπο της δημόσιας αντιπαράθεσης.
Η διαφωνία δεν αποκλείεται, όμως δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ύβρεις, χλεύη, διαπόμπευση ή προσωπική απαξίωση. Το γεγονός ότι μια συζήτηση γίνεται πίσω από μια οθόνη δεν αναιρεί την ανάγκη σεβασμού προς τον άλλο.
Ακόμη πιο αυστηρό είναι το πλαίσιο για τις προσωπικές συνομιλίες.
Μηνύματα μέσω Messenger, WhatsApp ή άλλων ψηφιακών εφαρμογών, αλλά και προσωπικές συζητήσεις που αφορούν προβλήματα, βοήθεια ή ευαίσθητα ζητήματα, δεν μπορούν να μετατρέπονται σε περιεχόμενο για δημόσια κατανάλωση.
Η Εκκλησία επιχειρεί έτσι να διαχωρίσει την ψηφιακή επικοινωνία από τη δημόσια προβολή, προστατεύοντας τον χαρακτήρα των προσωπικών και ποιμαντικών σχέσεων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Ιερά Σύνοδος δεν μιλά για απαγόρευση των social media.
Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι το διαδίκτυο αποτελεί πλέον έναν χώρο στον οποίο βρίσκεται μεγάλο μέρος της κοινωνίας και ιδιαίτερα οι νεότερες ηλικίες. Γι’ αυτό και η πρόκληση για την Εκκλησία είναι να βρίσκεται εκεί χωρίς να υιοθετεί υποχρεωτικά τους κανόνες ενός περιβάλλοντος που συχνά επιβραβεύει την υπερβολή, την αντιπαράθεση και την προσωπική προβολή.
Και το ζητούμενο, σύμφωνα με την εισήγηση, δεν είναι οι followers.
Η ψηφιακή επικοινωνία θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να λειτουργεί ως γέφυρα προς την πραγματική συνάντηση, την ενορία, τη λατρευτική ζωή και την κοινωνία των προσώπων.
Το θέμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς ήδη υπάρχουν στην Ελλάδα κληρικοί με έντονη παρουσία στα social media, ενώ ορισμένοι έχουν συγκεντρώσει δεκάδες χιλιάδες followers και εκατομμύρια προβολές.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Γαβριήλ, ο οποίος έχει επενδύσει συστηματικά στη διαδικτυακή επικοινωνία με τους νέους, αλλά και ιερέων που χρησιμοποιούν το TikTok και άλλες πλατφόρμες για να προσεγγίσουν ένα κοινό που δύσκολα θα έφτανε στην Εκκλησία με τους παραδοσιακούς τρόπους.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται άλλωστε στους κληρικούς. Η θρησκευτική παρουσία στα social media έχει αυξηθεί σημαντικά και μέσα από λογαριασμούς πρεσβυτέρων και άλλων προσώπων που συνδέονται με την εκκλησιαστική ζωή.
Έτσι, το ερώτημα που ανοίγει πλέον για την Εκκλησία δεν είναι αν θα χρησιμοποιεί το TikTok, το Instagram ή το YouTube. Αυτό θεωρείται ήδη πραγματικότητα.
Το ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ψηφιακή προβολή ενός κληρικού χωρίς να μετατραπεί η ποιμαντική παρουσία σε προσωπικό brand.
Και αυτό ακριβώς επιχειρεί να απαντήσει το νέο πλαίσιο αρχών που συζητήθηκε στην Ιεραρχία.