Σε έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς κλάδους της Θεσπρωτίας εξελίσσεται η υδατοκαλλιέργεια, με την παραγωγή στη Λωρίδα Σαγιάδας να έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και εκατοντάδες θέσεις εργασίας να συνδέονται πλέον άμεσα και έμμεσα με τη δραστηριότητα.
Την ίδια ώρα όμως, ο κλάδος βρίσκεται μπροστά σε μια σειρά από ανοιχτά ζητήματα. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, η χρηματοδότηση, οι ελλείψεις σε υποδομές και κυρίως η ανάγκη για σταθερούς και ξεκάθαρους χωροταξικούς κανόνες είναι μερικά από τα θέματα που τέθηκαν στο τραπέζι ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στα Σύβοτα.
Η ημερίδα οργανώθηκε από το Επιμελητήριο Θεσπρωτίας, στο πλαίσιο του έργου «Θησαυροί στη θάλασσα της Θεσπρωτίας: Η Υδατοκαλλιέργεια στην Τοπική Γαστρονομία, την Πολιτιστική Κληρονομιά και το Περιβάλλον», με τη συμμετοχή της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας, του Συλλόγου Υδατοκαλλιεργητών Θεσπρωτίας και της ΘΕΣ.ΠΟΑΥ Α.Ε.
Στο επίκεντρο βρέθηκε το ερώτημα πώς ένας κλάδος που έχει πλέον ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα στην περιοχή μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται, χωρίς να μένουν πίσω οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις και χωρίς οι επιχειρήσεις να ασφυκτιούν από το κόστος και τις καθυστερήσεις.
Από τους 9.000 στους 15.000 τόνους
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δείχνουν τη δυναμική της υδατοκαλλιέργειας στη Θεσπρωτία. Η παραγωγή έχει αυξηθεί από περίπου 9.000 σε 15.000 τόνους, ενώ σε πανελλαδικό επίπεδο η παραγωγή έχει φτάσει από τους 100.000 στους 130.000 τόνους.
Πρόκειται παράλληλα για έναν έντονα εξαγωγικό κλάδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τον υφυπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Κώστα Καραγκούνη, περίπου το 90% της παραγωγής κατευθύνεται στις αγορές του εξωτερικού.
Για τη Θεσπρωτία η δραστηριότητα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας βρίσκονται στη Λωρίδα Σαγιάδας και γύρω από αυτές έχει δημιουργηθεί μια ευρύτερη παραγωγική αλυσίδα.
Περίπου 400 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας συνδέονται με τον κλάδο, ενώ μαζί με τις μονάδες εκτροφής έχουν αναπτυχθεί δραστηριότητες στη συσκευασία, τη μεταφορά, την αποθήκευση, την τεχνική υποστήριξη και τις προμήθειες.
Για μια περιοχή όπως η Θεσπρωτία, όπου η διατήρηση του πληθυσμού και η δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας αποτελούν διαρκές ζητούμενο, το αποτύπωμα αυτό δεν είναι αμελητέο.
Το χωροταξικό παραμένει ανοιχτό μέτωπο
Ένα από τα βασικά ζητήματα που τέθηκαν στην ημερίδα αφορά τον χωροταξικό σχεδιασμό.
Στη Θεσπρωτία λειτουργεί οργανωμένη Περιοχή Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών, όμως σε εθνικό επίπεδο η διαδικασία απέχει ακόμη από την ολοκλήρωσή της.
Όπως ανέφερε ο βουλευτής Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ Ιωάννης Τσίμαρης, μέχρι σήμερα έχουν ιδρυθεί επτά από τις 23 προβλεπόμενες ΠΟΑΥ.
Ο ίδιος έθεσε ζήτημα αναθεώρησης και παράτασης της ισχύος του ειδικού χωροταξικού πλαισίου, αλλά και εναρμόνισής του με τα σχέδια διαχείρισης των περιοχών Natura και των θαλάσσιων πάρκων.
Το μήνυμα που έρχεται από τον κλάδο είναι ότι χρειάζονται κανόνες που να είναι σταθεροί και εφαρμόσιμοι. Από την άλλη πλευρά, η περιβαλλοντική διάσταση παραμένει κρίσιμη και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα.
Η περιβαλλοντική παρακολούθηση στο επίκεντρο
Ακριβώς σε αυτό το σημείο στάθηκε και η επιστημονική διάσταση της ημερίδας.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Υδατοκαλλιεργητών Θεσπρωτίας Γιάννης Χεκίμογλου ανέφερε ότι παρουσιάστηκαν στοιχεία από την περιβαλλοντική παρακολούθηση των προηγούμενων ετών, με πανεπιστημιακούς να αναλύουν τα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί από την περιοχή.
Το ζητούμενο, όπως προκύπτει από τη συζήτηση, είναι η ανάπτυξη να γίνεται μέσα σε οργανωμένο πλαίσιο και με συνεχή έλεγχο.
Οι οργανωμένες περιοχές ανάπτυξης, σύμφωνα με την πλευρά των παραγωγών, μπορούν να λειτουργήσουν ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς επιτρέπουν την ανάπτυξη της δραστηριότητας αλλά παράλληλα θέτουν κανόνες λειτουργίας και παρακολούθησης.
Ο πρόεδρος της ΕΛΟΠΥ Απόστολος Τουραλιάς έθεσε από τη δική του πλευρά το ζήτημα της οικονομικής βιωσιμότητας.
Όπως ανέφερε, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα αποτελεί προϋπόθεση για να υπάρχει παραγωγή, όμως την ίδια στιγμή τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να παραμείνουν οικονομικά βιώσιμες μέσα στις σημερινές συνθήκες.
Ο στόχος των 200.000 τόνων απομακρύνεται
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά στον στόχο που είχε τεθεί για την ελληνική υδατοκαλλιέργεια.
Το 2020 είχε τεθεί ως στόχος η παραγωγή να φτάσει τους 200.000 τόνους έως το 2030. Σύμφωνα με τον κ. Τουραλιά, όμως, σήμερα η παραγωγή βρίσκεται χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2020, γεγονός που απομακρύνει τον συγκεκριμένο στόχο.
Το ζητούμενο πλέον, όπως ανέφερε, είναι να τεθούν νέοι και ρεαλιστικοί στόχοι, με συγκεκριμένες ευθύνες τόσο για την πολιτεία όσο και για τους παραγωγούς και συνολικά τον κλάδο.
Το ενεργειακό κόστος, η χρηματοδότηση και οι υποδομές
Πίσω από τα μεγάλα μεγέθη της παραγωγής υπάρχουν και καθημερινά προβλήματα για τις επιχειρήσεις.
Ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Θεσπρωτίας Αντώνης Νικολάου αναφέρθηκε στο ενεργειακό κόστος, στη δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση αλλά και στις ελλείψεις σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές.
Ειδικά για έναν κλάδο που λειτουργεί σε απομακρυσμένες παράκτιες εγκαταστάσεις και εξαρτάται από ένα ευρύ δίκτυο παραγωγής, μεταφοράς, ψύξης, συσκευασίας και διακίνησης, το κόστος και οι υποδομές αποτελούν κρίσιμους παράγοντες.
Παράλληλα, τέθηκε και το ζήτημα του ανθρώπινου δυναμικού.
Η πρόταση που παρουσιάστηκε αφορά τη σύνδεση των προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες του κλάδου, με ειδικότητες όπως βιολόγοι, ιχθυολόγοι και τεχνικοί τροφίμων να αναφέρονται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Από την παραγωγή στην τοπική οικονομία
Ένα ακόμη στοίχημα για τη Θεσπρωτία είναι το μεγαλύτερο μέρος της αξίας του προϊόντος να παραμένει στην περιοχή.
Η υδατοκαλλιέργεια δεν περιορίζεται πλέον στην παραγωγή ψαριών. Υπάρχουν δυνατότητες για περισσότερη μεταποίηση και τυποποίηση, αλλά και για σύνδεση της παραγωγής με τα ξενοδοχεία, την εστίαση και τη γαστρονομία.
Το τοπικό ψάρι μπορεί να αποτελέσει μέρος της τουριστικής εμπειρίας, αλλά και αφετηρία για τη δημιουργία προϊόντων μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας.
Αυτό σημαίνει περισσότερη οικονομική δραστηριότητα γύρω από την ίδια την παραγωγή και, δυνητικά, περισσότερες θέσεις εργασίας.
Η συζήτηση στα Σύβοτα ανέδειξε έτσι δύο διαφορετικές πλευρές της ίδιας πραγματικότητας.
Από τη μία, έναν κλάδο που έχει ήδη σημαντικό παραγωγικό και εξαγωγικό αποτύπωμα στη Θεσπρωτία, με 15.000 τόνους παραγωγής και εκατοντάδες θέσεις εργασίας.
Από την άλλη, έναν κλάδο που ζητά σταθερούς κανόνες, λύσεις στο ενεργειακό κόστος, πρόσβαση στη χρηματοδότηση, καλύτερες υποδομές και κατάλληλο προσωπικό, ενώ παράλληλα βρίσκεται υπό την υποχρέωση να αποδεικνύει διαρκώς ότι η ανάπτυξή του είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη.
Για τη Θεσπρωτία το ζητούμενο πλέον δεν είναι αν η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί σημαντικό κομμάτι της τοπικής οικονομίας. Αυτό αποτυπώνεται ήδη στα μεγέθη.
Το μεγαλύτερο στοίχημα είναι αν μπορεί να περάσει στην επόμενη φάση, με περισσότερη αξία να μένει στον τόπο, περισσότερη οργάνωση και υποδομές και με ένα σταθερό πλαίσιο που να επιτρέπει επενδύσεις χωρίς να χαλαρώνουν οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι.