Αντώνης Μπέζας: Γιατί τα 10.000€ δεν φτάνουν για να επιστρέψουν οικογένειες στα χωριά της Ηπείρου

xorio spiti

Τους σοβαρούς προβληματισμούς και τις ενστάσεις του για την αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού προγράμματος μετεγκατάστασης καταθέτει με παρέμβασή του στο Epiruspost ο επικεφαλής της παράταξης «Μαζί για την Ηγουμενίτσα», πρώην βουλευτής και υφυπουργός, Αντώνης Μπέζας.

Με αφορμή την επέκταση του επιδόματος των 10.000 ευρώ σε εννέα ορεινούς και παραμεθόριους Δήμους της Ηπείρου, ο κ. Μπέζας αναλύει τα δραματικά στοιχεία της πληθυσμιακής κατάρρευσης και του κλεισίματος δεκάδων σχολικών μονάδων στην περιοχή. Παράλληλα, φέρνει ως παράδειγμα τη σχεδόν μηδενική απόδοση του μέτρου στον Έβρο και τονίζει ότι ένα εφάπαξ βοήθημα δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από θέσεις εργασίας, υποδομές και ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες.

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο του Αντώνη Μπέζα:

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το πρόγραμμα οικονομικής ενίσχυσης για τη μετεγκατάσταση πολιτών, πρόκειται να επεκταθεί σε εννέα Δήμους της Ηπείρου: Σουλίου, Φιλιατών, Κόνιτσας, Πωγωνίου, Ζαγορίου, Μετσόβου, Βορείων Τζουμέρκων, Δωδώνης και Ζίτσας. Η  προβλεπόμενη ενίσχυση ανέρχεται σε 10.000 ευρώ για όσους μεταφέρουν εκεί τη μόνιμη κατοικία τους.

Πριν όμως παρουσιαστεί η εξαγγελία ως απάντηση στο δημογραφικό πρόβλημα, πρέπει να τεθούν δύο απλά ερωτήματα: Μπορεί ένα εφάπαξ επίδομα να οδηγήσει μια οικογένεια στην απόφαση να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή της; Και τι θα συναντήσει αυτή η οικογένεια την επόμενη ημέρα, όταν τα χρήματα θα έχουν εξαντληθεί;

Η πραγματικότητα της Ηπείρου δεν επιτρέπει πανηγυρισμούς.

Μια πληθυσμιακή κατάρρευση σε εξέλιξη

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας απογραφής, μεταξύ 2011 και 2021 ο πληθυσμός της Ηπείρου μειώθηκε περίπου κατά 5%. Στους ορεινούς και παραμεθόριους δήμους, όμως, η μείωση πήρε δραματικές διαστάσεις: 25,7% στο Δήμο Δωδώνης, 23,6% στο Δήμο Πωγωνίου, 17,7% στο Δήμο Φιλιατών και 16,8% στο Δήμο Κόνιτσας.Οι τέσσερις αυτοί Δήμοι έχασαν μέσα σε μία δεκαετία 7.035 κατοίκους. Από 32.725 κατοίκους το 2011 περιορίστηκαν στους 25.690 το 2021, καταγράφοντας συνολική μείωση 21,5%.

Παράλληλα, μειώνονται οι νεότερες και παραγωγικές ηλικίες και αυξάνεται η αναλογία των ηλικιωμένων. Δεν χάνεται επομένως μόνο πληθυσμός. Περιορίζονται οι ίδιες οι δυνατότητες κοινωνικής και οικονομικής αναπαραγωγής των τοπικών κοινωνιών.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κατάσταση στα σχολεία. Και τη φετινή σχολική χρονιά ανεστάλη η λειτουργία δεκάδων σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ήπειρο λόγω έλλειψης μαθητών:11 δημοτικών και 22 νηπιαγωγείων. Στα 45 χωριά του Ζαγορίουλειτουργούν μόλις δύο δημοτικά σχολεία, στα οποία φοιτούν συνολικά δέκα μαθητές.

Κάθε σχολείο που κλείνει είναι ακόμη ένα βήμα προς την οριστική εγκατάλειψη. Γιατί καμία νέα οικογένεια δεν θα εγκατασταθεί σε έναν τόπο όπου δεν γνωρίζει αν την επόμενη χρονιά θα λειτουργεί σχολείο για τα παιδιά της. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: η μείωση του πληθυσμού οδηγεί στην απόσυρση των δημόσιων υπηρεσιών και η απόσυρση των υπηρεσιών επιταχύνει ακόμη περισσότερο τη μείωση του πληθυσμού.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας ανεπαρκούς κρατικής πολιτικής για την περιφέρεια: λιγότεροι κάτοικοι, λιγότερα παιδιά, κλειστά σχολεία, υποστελεχωμένες υπηρεσίες και Δήμοι που αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες. Και απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα η κυβέρνηση αντιπαραθέτει ένα εφάπαξ επίδομα 10.000 ευρώ.

Η αποτυχία στον Έβρο

Το πρόγραμμα δεν δοκιμάζεται για πρώτη φορά. Η αρχική εφαρμογή του στον Έβρο προσφέρει ήδη ένα αποκαλυπτικό μέτρο σύγκρισης. Από περίπου εξακόσιες αιτήσεις που υποβλήθηκαν, μόλις δύο κρίθηκε αρχικά ότι πληρούσαν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Δηλαδή, λιγότερο από το μισό τοις εκατό των αιτήσεων μπορούσε να προχωρήσει στην αξιολόγηση.

Δεν πρόκειται για μια μικρή αστοχία στην εφαρμογή. Πρόκειται για αποτυχία στον ίδιο τον σχεδιασμό. Ένα πρόγραμμα που προκάλεσε εκατοντάδες αιτήσεις, αλλά έκρινε επιλέξιμες μόλις δύο από αυτές, αποδείχθηκε αποκομμένο από τις πραγματικές συνθήκες και από τους ανθρώπους στους οποίους υποτίθεται ότι απευθυνόταν.

Μετά το αποτέλεσμα αυτό, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο. Με το άρθρο 51 του ν. 5322/2026 καθιερώθηκε ενιαία ενίσχυση 10.000 ευρώ ανεξαρτήτως του πληθυσμού του οικισμού, καταργήθηκε η υποχρέωση απασχόλησης στην περιοχή μετεγκατάστασης και διευρύνθηκε η δυνατότητα συμμετοχής σε τηλεργαζομένους, συνταξιούχους, ανέργους, Έλληνες κατοίκους άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποφοίτους πανεπιστημίων. Προβλέφθηκε επίσης η δυνατότητα προκαταβολής μέρους της ενίσχυσης.

Οι αλλαγές αυτές διευκολύνουν την πρόσβαση στο επίδομα, ιδιαίτερα για όσους διαθέτουν ήδη εισόδημα από άλλη πηγή όπως οι τηλεργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι. Δεν αντιμετωπίζουν όμως καμία από τις βαθύτερες αιτίες της πληθυσμιακής κατάρρευσης. Δεν δημιουργούν θέσεις εργασίας, δεν διασφαλίζουν σχολεία και υπηρεσίες υγείας, δεν αυξάνουν το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα και δεν ενισχύουν την παραγωγική βάση των περιοχών εγκατάστασης.Η κυβέρνηση διευρύνει τον κατάλογο των δικαιούχων, χωρίς να διαμορφώνει τις οικονομικές προϋποθέσεις που χρειάζεται μια νέα οικογένεια για να εγκατασταθεί και να παραμείνει στην περιοχή.

Για τον λόγο αυτό υπάρχουν βάσιμοι φόβοι ότι και στην Ήπειρο το πρόγραμμα θα παράγει περισσότερες αιτήσεις και κυβερνητικές ανακοινώσεις παρά μόνιμες εγκαταστάσεις. Ιδίως όταν δεν έχουν παρουσιαστεί συγκεκριμένοι στόχοι για τον αριθμό των οικογενειών που επιδιώκεται να εγκατασταθούν σε κάθε Δήμο, ούτε δείκτες με τους οποίους θα αξιολογηθεί η μακροχρόνια παραμονή τους.

Από το masterplan στη νέα Γραμματεία

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε το πρόβλημα.Τον Μάιο του 2022 ο πρωθυπουργός συναντήθηκε με τους δημάρχους 33 μικρών ορεινών Δήμων και ανακοίνωσε ότι ειδική ομάδα εργασίας θα παρουσίαζε μέσα σε έξι μήνες ένα συνολικό masterplan για την ορεινή Ελλάδα.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το σχέδιο εκείνο δεν έχει παρουσιαστεί. Αντί γι’ αυτό, τον Απρίλιο του 2026 ιδρύθηκε στην Προεδρία της Κυβέρνησης η Ειδική Γραμματεία Ορεινών Περιοχών. Μέχρι σήμερα η δημόσια καταγεγραμμένη δραστηριότητά της περιλαμβάνει κυρίως διαλόγους, συναντήσεις και ένα Μνημόνιο Συνεργασίας με το Μετσόβιο Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας για τη διαμόρφωση μιας μελλοντικής εθνικής στρατηγικής. Δεν έχει ακόμη παρουσιάσει επιχειρησιακό σχέδιο με συγκεκριμένα έργα, δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, διασφαλισμένη χρηματοδότηση και μετρήσιμους στόχους.

Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πρακτικής που συγχέει τη δημιουργία διοικητικών σχημάτων με την παραγωγή αποτελέσματος. Η ορεινή Ελλάδα, όμως, δεν χρειάζεται άλλη μία υπηρεσία που θα καταγράφει την κατάρρευσή της. Χρειάζεται έναν φορέα με πόρους, αρμοδιότητες και δυνατότητα να επιβάλλει ενιαίο σχεδιασμό σε όλα τα συναρμόδια υπουργεία.

Το παράδειγμα του προγράμματος «ΠΙΝΔΟΣ»

Υπάρχει προηγούμενο που αποδεικνύει ότι μπορεί να εφαρμοστεί διαφορετική πολιτική. Το Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Βιώσιμης Ανάπτυξης Βόρειας και Κεντρικής Πίνδου ξεκίνησε το 2005 από την τότε κυβέρνηση, με αρχικό προϋπολογισμό 80 εκατ. ευρώ και διασφαλισμένη χρηματοδότηση αποκλειστικά από εθνικούς πόρους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων.

Το «ΠΙΝΔΟΣ» δεν περιοριζόταν σε μια οικονομική παροχή. Είχε διαπεριφερειακό και διαδημοτικό χαρακτήρα και συνέδεε τις βασικές υποδομές και την ποιότητα ζωής με την εκπαίδευση, την περίθαλψη, την ενίσχυση του παραγωγικού περιβάλλοντος, την ενεργοποίηση του ιδιωτικού τομέα, την προστασία της φύσης, την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την τεχνική υποστήριξη των Δήμων.Κυρίως, δεν έμεινε στις εξαγγελίες. Μέχρι το 2008 είχαν ενταχθεί στο ΠΔΕ 211 έργα και 39 μελέτες, συνολικού προϋπολογισμού 134,3 εκατ. ευρώ.

Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά: το «ΠΙΝΔΟΣ» διέθετε κεντρικό σχεδιασμό, συγκεκριμένους άξονες, ενταγμένα έργα και εγγυημένη απευθείας χρηματοδότηση των Δήμων και των Περιφερειών, με παραγωγικά ιδιωτικά κίνητρα και ετήσιο απολογισμό. Η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει ένα επίδομα, μια νέα Γραμματεία και την υπόσχεση ότι κάποια στιγμή θα αποκτήσει εθνική στρατηγική.

Η ενίσχυση των 10.000 ευρώ θα μπορούσε να είναι ένα μικρό συμπληρωματικό εργαλείο μιας τέτοιας πολιτικής. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική. Γιατί οι οικογένειες δεν μετακινούνται για ένα επίδομα. Μετακινούνται και παραμένουν εκεί όπου μπορούν να εργαστούν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, τα 10.000 ευρώ θα παραμείνουν ένα ακόμη κυβερνητικό μέτρο εντυπώσεων και όχι συγκροτημένη πολιτική δημογραφικής ανασυγκρότησης.

Ο Αντώνης Μπέζας είναι επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «Μαζί για την Ηγουμενίτσα», πρώην βουλευτής και υφυπουργός

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add EpirusPost.gr on Google