Από τα Τίρανα ως την Τουρκία και τη Γενεύη- Πώς επιχειρείται η επαναφορά του ζητήματος της «Τσαμουριάς»

tsamides poreia

Παρότι η πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό της Αλβανίας παραμένει ρευστή και ενδεχομένως να επιφυλάσσει περαιτέρω εξελίξεις, οι κύκλοι που καλλιεργούν και συντηρούν την ανθελληνική προπαγάνδα, με αφορμή την απολύτως αυθαίρετα και αβάσιμα «κατοχυρωμένη» λεγόμενη «Ημέρα Γενοκτονίας» -των Τσάμηδων- συνεχίζουν αμείωτα τη δράση τους.

Φέτος, μάλιστα, η εκστρατεία αυτή εμφανίζει νέα χαρακτηριστικά, που παραπέμπουν σε κλιμάκωση της προσπάθειας εμπέδωσης στην κοινή γνώμη ισχυρισμών οι οποίοι, πέρα από τη δηλητηρίαση των σχέσεων μεταξύ των δύο λαών, προσφέρονται και για αξιοποίηση στο πλαίσιο του υβριδικού πολέμου που ασκεί η Τουρκία σε βάρος του Ελληνισμού.

Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί υπερβολή ούτε επιτρέπει περιθώρια εφησυχασμού.

Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι από την πτώση του καθεστώτος απομόνωσης της Αλβανίας το 1991, όταν άνοιξε η προοπτική ουσιαστικής προσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών και των λαών τους, οι τουρκικές υπηρεσίες υιοθέτησαν και αξιοποίησαν κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να παρεμποδίσει αυτή τη θετική εξέλιξη.

Τα τελευταία χρόνια, με όχημα την εργαλειοποίηση του Ισλάμ από κρατικές υπηρεσίες της Τουρκίας –διπλωματικές και μυστικές– γίνεται όλο και πιο εμφανής η προσπάθεια να προβληθεί μια ανύπαρκτη αντιπαράθεση μεταξύ του Ορθόδοξου Ελληνισμού και του Μουσουλμανισμού.

Χαρακτηριστική είναι και η αφίσα που διακινούν διάφορες συλλογικότητες, οι οποίες, παρά τις διαφορετικές ονομασίες τους, φέρονται να έχουν κοινή αφετηρία και χρηματοδότηση. Στην αφίσα, που αφορά τους μουσουλμάνους από την Θεσπρωτία οι οποίοι εγκατέλειψαν την περιοχή ακολουθώντας τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, κεντρικό σύμβολο αποτελεί ένα ισλαμικό τέμενος με χαρακτηριστικό τουρκικό μιναρέ.

Η τουρκική επιρροή εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονη, καθώς πρωταγωνιστικό ρόλο στις σχετικές εκδηλώσεις διαδραματίζει το Ίδρυμα Τσαμουριά «Χότζα Χασάν Ταχσίν», με έδρα το Κόσοβο, το οποίο, σύμφωνα με σχετικές αναφορές προηγούμενων ετών, υποστηρίζεται οικονομικά από τουρκικούς κύκλους.

Τα φετινά νέα στοιχεία της εκστρατείας, με δραστηριότητες σε Πρίστινα, Πρίζρεν, Σκόπια, Τίρανα, Αυλώνα και Αγίους Σαράντα, περιλαμβάνουν την προώθηση του τρίγλωσσου τόμου «Η Τραγωδία της Τσαμουριάς» στα αλβανικά, τουρκικά και αγγλικά.

Η έκδοση στα τουρκικά αποσκοπεί, σύμφωνα με την ανάλυση, στην καλλιέργεια ενδιαφέροντος σε πληθυσμιακές ομάδες που δεν έχουν ιστορική σχέση με την περιοχή, αλλά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την άσκηση πιέσεων προς την Ελλάδα.

tomos tsamides

Παράλληλα, έχει χρηματοδοτηθεί κινηματογραφική παραγωγή μέσω του ίδιου Ιδρύματος, η οποία χρησιμοποιείται ως εργαλείο προσέλκυσης του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται και συνεργασίες ή επαφές με ιταλικούς φορείς, οι οποίες εκ πρώτης όψεως εμφανίζονται ως αθώες.

Η καπηλεία της «προσφυγής» στον ΟΗΕ

Ιδιαίτερη προσοχή προκαλεί η συνάντηση που πραγματοποίησαν στις αρχές Ιουνίου, στη Γενεύη, πρόσωπα τα οποία παρουσιάζονται ως εκφραστές του ζητήματος των Τσάμηδων με υπηρεσιακούς παράγοντες του ΟΗΕ.

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, η αντιπροσωπεία αποτελούνταν από τον Αλκέτ Βελίου του Ιδρύματος Τσαμέρια «Hasan Tahsini», τον Ναζμί Ιακούρτι, πρόεδρο της Ένωσης Αλβανών ανά τον Κόσμο, τον Μπασκίμ Κουρτσούκου, ακτιβιστή και εκδότη, καθώς και τον γνωστό ακαδημαϊκό Πελούμπ Τζούφι.

Η αντιπροσωπεία συναντήθηκε με την Κλαούντια ντε λα Φουέντε (Claudia De La Fuente), γραμματέα της Υποεπιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων, η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο του Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ.

tsamides

Η αξιωματούχος, τηρώντας τον θεσμικό της ρόλο, ανέφερε ότι κατέγραψε τους ισχυρισμούς που της παρουσιάστηκαν και ότι θα τους διαβιβάσει στον Ύπατο Αρμοστή, ενώ παράλληλα θα ζητηθούν οι επίσημες θέσεις των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Αλβανίας.

Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται η επαναφορά του ζητήματος στη διεθνή ατζέντα.

Όπως επισημαίνεται, το θέμα των Τσάμηδων έχει εξαντληθεί ιστορικά και νομικά, χωρίς να υφίσταται βάση για περαιτέρω διεκδικήσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι εμπλεκόμενοι επιχειρούν να το παρουσιάσουν όχι ως ιστορικό ζήτημα, αλλά ως σύγχρονο θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζουν ότι κρατικές δομές της Ελλάδας παρεμποδίζουν μέλη της κοινότητάς τους να επισκέπτονται τις γενέτειρές τους και ότι στερούνται της δυνατότητας διατήρησης και απόλαυσης στοιχείων της «πολιτιστικής κληρονομιάς» και της «συλλογικής μνήμης» τους.

Κατά την ανάλυση, η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διατήρησης και αναβίωσης ενός ζητήματος που έχει κλείσει οριστικά τόσο σε ιστορικό όσο και σε νομικό επίπεδο.

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add EpirusPost.gr on Google