Η Ήπειρος στην τρίτη ταχύτητα ανάπτυξης και η αντίφαση της Θεσπρωτίας

oikonomia epiru

Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, εγκλωβισμένη στην «τρίτη ταχύτητα» της χώρας, παραμένει η Ήπειρος, παρά τους πολύτιμους ευρωπαϊκούς πόρους και τα μεγάλα έργα υποδομής των τελευταίων δεκαετιών.

Σε ένα εξαιρετικά επίκαιρο άρθρο-παρέμβαση, ο πρώην υφυπουργός Αντώνης Μπέζας αναλύει τα επίσημα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ που σοκάρουν, φέρνοντας στο φως τις δραματικές οικονομικές αποκλίσεις και την αναπτυξιακή αντίφαση-βόμβα που βιώνει ειδικά η Θεσπρωτία.

Το άρθρο του Αντώνη Μπέζα

Πρόσφατη ανάλυση των περιφερειακών οικονομικών στοιχείων της Ελλάδας, βασισμένη σε δεδομένα της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, αποτυπώνει με ανάγλυφο τρόπο μια «Ελλάδα τριών ταχυτήτων», όπου οι γεωγραφικές περιφέρειες αποκλίνουν δραματικά ως προς την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και το βιοτικό επίπεδο και κάθε διακριτή ομάδα κινείται με τον δικό της ανεξάρτητο βηματισμό.

Από τη μια πλευρά, η Αττική που λειτουργεί ως μια υπερσυγκεντρωτική  μητροπολιτική ατμομηχανή (παράγει το 49% της συνολικής Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της χώρας) και οι ισχυρές  τουριστικές περιφέρειες όπως το Νότιο Αιγαίο, η Κρήτη και τα Ιόνια Νησιά,γνωρίζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι όμως παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι από τον τουρισμό.

Από την άλλη, μεγάλα τμήματα της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας παραμένουν εγκλωβισμένα, αντιμετωπίζοντας έντονα τα φαινόμενα της αποβιομηχάνισης, του δημογραφικού μαρασμού και της χαμηλής ανταγωνιστικότητας.

Στον αντίποδα με την Αττική και τις ισχυρές τουριστικές περιφέρειες, οι άλλες περιφέρειες της τρίτης ταχύτητας όχι μόνο δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν τον ρυθμό της υπόλοιπης Ευρώπης αλλά την τελευταία δεκαετία απομακρύνθηκαν περισσότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο παρουσιάζοντας εικόνα σχετικής οπισθοδρόμισης (απόκλιση).

Σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία ανήκει η Ήπειρος, διαπίστωση που δεν αποτελεί πολιτική εκτίμηση αλλά στατιστικό γεγονός.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα περιφερειακά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ηπείρου το 2023 διαμορφώθηκε στα 13.789 ευρώ, όταν ο εθνικός μέσος όρος ήταν 21.301 ευρώ. Με άλλα λόγια, η Ήπειρος βρίσκεται μόλις στο 64,7% του μέσου ελληνικού επιπέδου και καταλαμβάνει τη 12η θέση μεταξύ των 13 Περιφερειών της χώρας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ευρωπαϊκή διάσταση του ζητήματος. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Ήπειρος παραμένει σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που την κατατάσσει στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες της Ευρώπης.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς όσα έχουν συμβεί τις τελευταίες δεκαετίες.

Η Ήπειρος υπήρξε δικαιούχος σημαντικών ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων. Χρηματοδοτήθηκαν μεγάλα έργα υποδομών, ολοκληρώθηκε η Εγνατία Οδός, αναβαθμίστηκαν οι οδικές συνδέσεις, εκσυγχρονίστηκαν δημόσιες υποδομές και αξιοποιήθηκαν διαδοχικά προγράμματα ΕΣΠΑ.

Προφανώς, οι δυσμενείς δείκτες δεν αναιρούν τη σημασία των έργων που υλοποιήθηκαν ούτε τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Αποτυπώνουν όμως το τελικό αποτέλεσμα που παράγεται σε επίπεδο οικονομίας και κοινωνίας αφού η Ήπειρος εξακολουθεί να παράγει μόλις το 2% της συνολικής Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της χώρας.

Η εικόνα δεν είναι καλύτερη στο δημογραφικό πεδίο.

Η Ήπειρος έχασε πληθυσμό κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς από 336.856 κατοίκους το 2011 περιορίστηκε σε 319.991 το 2021, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 5%. Την ίδια στιγμή, η γήρανση του πληθυσμού και η αποχώρηση νέων ανθρώπων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή το εξωτερικό συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά τις αναπτυξιακές της δυνατότητες.

Αποτελεί, επομένως, μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις περιφέρειας που, παρά τη βελτίωση των υποδομών της, δεν κατάφερε να συγκλίνει ουσιαστικά ούτε με τον εθνικό ούτε με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όμως είναι η εικόνα στο εσωτερικό της ίδιας της Ηπείρου.

Διότι ούτε η Ήπειρος αναπτύσσεται με ενιαίο τρόπο.

Τα Ιωάννινα αποτελούν το διοικητικό, οικονομικό, εκπαιδευτικό και υγειονομικό κέντρο. Συγκεντρώνουν το Πανεπιστήμιο, τις σημαντικότερες δημόσιες υπηρεσίες, το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας και τον μεγαλύτερο πληθυσμό.

Η Πρέβεζα διαθέτει ένα ισχυρό τουριστικό προϊόν και επωφελείται από τη σύνδεσή της με τη Λευκάδα, το Άκτιο και τις αυξανόμενες τουριστικές ροές της δυτικής ακτογραμμής.

Η Άρτα διατηρεί έναν σημαντικό πρωτογενή τομέα και μια παραγωγική παράδοση που εξακολουθεί να στηρίζει την τοπική οικονομία.

Η Θεσπρωτία, αντίθετα, παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα.

Και εδώ εντοπίζεται ίσως η μεγαλύτερη αναπτυξιακή αντίφαση ολόκληρης της Ηπείρου.

Η Θεσπρωτία διαθέτει πλεονεκτήματα που πολλές περιοχές της χώρας θα ζήλευαν. Έχει στρατηγική γεωγραφική θέση, φιλοξενεί το λιμάνι της Ηγουμενίτσας – μία από τις σημαντικότερες πύλες της Ελλάδας προς την Ευρώπη-  και το Τελωνείο Μαυροματίου με την Αλβανία. Διαθέτει άμεση πρόσβαση στην Εγνατία Οδό και βρίσκεται πάνω σε έναν από τους βασικότερους διαδρόμους μεταφορών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Παράλληλα, διαθέτει σημαντικούς ιστορικούς τόπους όπως το Σούλι, προστατευόμενα οικοσυστήματα όπως ο Αχέροντας και μοναδικούς τουριστικούς προορισμούς, όπως τα Σύβοτα, η Πέρδικα και η ευρύτερη παραλιακή ζώνη.

Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι η Θεσπρωτία θα αποτελούσε έναν από τους αναπτυξιακούς πρωταγωνιστές της Ηπείρου.

Τα στοιχεία όμως δεν επιβεβαιώνουν αυτή την προσδοκία.

Είναι η μικρότερη πληθυσμιακά Περιφερειακή Ενότητα της Ηπείρου. Το 2021 ο πληθυσμός της ανήλθε σε 40.804 κατοίκους, έναντι 43.587 το 2011, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 6,4%, μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της Περιφέρειας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στο εσωτερικό της.

Ο Δήμος Ηγουμενίτσας διατήρησε σχεδόν αμετάβλητο τον πληθυσμό του κατά την περίοδο 2011–2021. Αντίθετα, ο Δήμος Σουλίου έχασε σχεδόν το 13% του πληθυσμού του και ο Δήμος Φιλιατών σχεδόν το 18%.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η ανάπτυξη που καταγράφεται στην παραλιακή ζώνη δεν διαχέεται στην ενδοχώρα. Αντίθετα, οι ορεινές και ημιορεινές περιοχές συνεχίζουν να συρρικνώνονται με ταχείς ρυθμούς.

Παράλληλα, τα διαθέσιμα δημογραφικά και οικονομικά δεδομένα δεν αποτυπώνουν μια περιοχή που αξιοποιεί πλήρως τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Εξακολουθεί να εμφανίζει περιορισμένο οικονομικό αποτύπωμα, χαμηλή πληθυσμιακή δυναμική και σημαντική εξάρτηση από λίγους τομείς δραστηριότητας.

Με άλλα λόγια, διαθέτει υποδομές που παραπέμπουν σε Περιφερειακή Ενότητα υψηλότερης αναπτυξιακής βαθμίδας, αλλά οικονομικούς και δημογραφικούς δείκτες που εξακολουθούν να την τοποθετούν χαμηλά στην περιφερειακή κλίμακα.

Η εικόνα αυτή δεν φαίνεται να είναι αποτέλεσμα μίας μόνο αιτίας.

Προκύπτει από έναν συνδυασμό παραγόντων: τη διαχρονική συγκέντρωση διοικητικών, εκπαιδευτικών και οικονομικών λειτουργιών στα Ιωάννινα, τη μη μετατροπή των μεγάλων υποδομών σε ένα ευρύτερο παραγωγικό οικοσύστημα, τις έντονες ανισότητες μεταξύ παραλιακών και ορεινών περιοχών, την απουσία επενδύσεων έντασης γνώσης και τεχνολογίας και την περιορισμένη διαφοροποίηση της τοπικής οικονομίας.

Η Ελλάδα κινείται με τρεις διαφορετικές ταχύτητες. Η Ήπειρος εξακολουθεί να βρίσκεται στην πιο αργή από αυτές. Και μέσα στην ίδια την Ήπειρο, η Θεσπρωτία αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της απόστασης που χωρίζει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα από την πραγματική ανάπτυξη.

Και αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη διαπίστωση για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η ύπαρξη  τεχνικών υποδομών αρκεί από μόνη της για να φέρει ανάπτυξη.

(*) Ο Αντώνης Μπέζας είναι πρώην υφυπουργός και βουλευτής Θεσπρωτίας και επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «Μαζί για την Ηγουμενίτσα»

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add EpirusPost.gr on Google