Την ενοχή της πρώην ευρωβουλευτή Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου για την υπόθεση της διαρροής emails ψηφοφόρων του απόδημου ελληνισμού ενόψει των ευρωεκλογών του 2024 πρότεινε η εισαγγελέας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Η εισαγγελική λειτουργός, αξιολογώντας τα στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε να κηρυχθούν ένοχοι τόσο η πρώην ευρωβουλευτής όσο και ο πρώην γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών, Μιχάλης Σταυριανουδάκης, για τα δύο πλημμελήματα που τους αποδίδονται, δηλαδή την παραβίαση υπηρεσιακού απορρήτου, τη χρήση αυτού και την παραβίαση της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα.
Αντίθετα, για τους δύο ακόμη κατηγορούμενους, τον τότε γραμματέα Αυτοδιοίκησης Μένιο Κορομηλά και τον τότε γραμματέα Αποδήμων Νίκο Θεοδωρόπουλο, η εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή τους μόνο για την παραβίαση προσωπικών δεδομένων, σημειώνοντας ότι λειτούργησαν ως «ταχυδρόμοι» χωρίς σκοπό βλάβης.
Η αγόρευση της εισαγγελέως
Κατά την έναρξη της αγόρευσής της, η εισαγγελική λειτουργός αναφέρθηκε στη σημασία της προστασίας των προσωπικών δεδομένων στη σύγχρονη κοινωνία, επισημαίνοντας ότι αποτελούν θεμελιώδες δικαίωμα αυτοδιάθεσης και έννομο αγαθό που απασχολεί ολοένα και περισσότερο τις δικαστικές αίθουσες την τελευταία δεκαετία.
Στη συνέχεια, έκανε αναφορά στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την προστασία προσωπικών δεδομένων, σημειώνοντας τις διαδοχικές αλλαγές που έχουν στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών.
Κατά την αξιολόγηση των στοιχείων της υπόθεσης, η εισαγγελέας ανέφερε ότι από το 2023 οι εκλογικοί κατάλογοι του Υπουργείου Εσωτερικών περιλαμβάνουν τηλέφωνα και email ψηφοφόρων, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη τη διαχείριση των δεδομένων.
Σύμφωνα με την ίδια, το επίμαχο ηλεκτρονικό αρχείο πέρασε από περισσότερα από ένα χέρια, ενώ ανέλυσε τον ρόλο κάθε κατηγορουμένου στην πορεία του.
Ο ρόλος της πρώην ευρωβουλευτή
Αναφερόμενη στην Άννα Μισέλ Ασημακοπούλου, η εισαγγελέας σημείωσε ότι ζήτησε να λάβει γνώση του αρχείου μέσω εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων, ενώ είχε προηγηθεί αίτημα για κατάλογο μελών της Νέας Δημοκρατίας, τόσο τηλεφωνικά όσο και γραπτώς.
Όπως τόνισε, μέσω του γραφείου της εστάλησαν μηνύματα προς απόδημους ψηφοφόρους, με αποτέλεσμα να προκύψει επαφή με μεγάλο αριθμό πολιτών.
Ωστόσο, η εισαγγελική λειτουργός υπογράμμισε ότι η συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων πρέπει να προηγείται οποιασδήποτε επεξεργασίας και όχι να ακολουθεί.
Παράλληλα, στάθηκε στις καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίοι ανέφεραν ότι δεν ήταν εγγεγραμμένοι στη Νέα Δημοκρατία, γεγονός που ενισχύει – όπως είπε – τα στοιχεία της υπόθεσης.
Τα δεδομένα και η σύγκριση αρχείων
Η εισαγγελέας επεσήμανε επίσης ότι υπήρχε σημαντική απόκλιση μεταξύ του καταλόγου μελών της ΝΔ και του επίμαχου αρχείου, καθώς το πρώτο περιλάμβανε περίπου 1.140 εγγεγραμμένους, ενώ το δεύτερο αφορούσε πάνω από 25.000 ψηφοφόρους.
Σημείωσε ακόμη ότι ο τίτλος του αρχείου, που παρέπεμπε σε «βουλευτικές εκλογές» χωρίς αναφορά στη ΝΔ, καθιστούσε – όπως ανέφερε – άμεσα αντιληπτό ότι επρόκειτο για ευρύτερο εκλογικό κατάλογο.
Με βάση όλα τα παραπάνω, η εισαγγελέας εισηγήθηκε την ενοχή της πρώην ευρωβουλευτή και των συγκατηγορουμένων της, όπως προαναφέρθηκε, αφήνοντας πλέον την τελική κρίση στο δικαστήριο.