Σε καθεστώς έντονης ανησυχίας βρίσκεται ο εργοληπτικός κόσμος της χώρας, καθώς το νέο κύμα ανατιμήσεων σε βασικά υλικά και ενέργεια προκαλεί ισχυρές πιέσεις στην εκτέλεση των δημοσίων έργων και θέτει στο επίκεντρο τη λειτουργία του συστήματος αναθεώρησης των συμβάσεων.
Οι εργοληπτικές οργανώσεις ΠΕΔΜΕΔΕ, ΠΕΣΕΔΕ και ΣΑΤΕ, με κοινή επιστολή τους προς τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα, ζητούν άμεση αναθεώρηση του πλαισίου των δημοσίων συμβάσεων, επικαλούμενες συνθήκες που –όπως υποστηρίζουν– συνιστούν στην πράξη καθεστώς ανωτέρας βίας κατά την εκτέλεση των έργων.
Κοινό μέτωπο εργοληπτών για τις δημόσιες συμβάσεις
Οι τρεις οργανώσεις, που εκπροσωπούν το σύνολο του τεχνικού κόσμου από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις έως μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες 7ης τάξης, επισημαίνουν ότι η συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους σε υλικά, καύσιμα και ενέργεια απειλεί την οικονομική ισορροπία των συμβάσεων.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς οι εταιρείες του κλάδου υλοποιούν έργα συνολικού προϋπολογισμού άνω των 18 δισ. ευρώ, πολλά εκ των οποίων χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους και το Ταμείο Ανάκαμψης.
Οι ανατιμήσεις που «καίνε» τον κατασκευαστικό κλάδο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Υλικών Κατασκευής Νέων Κτηρίων Κατοικιών αυξήθηκε τον Απρίλιο του 2026 κατά 4,1% σε ετήσια βάση, έναντι 3,3% τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.
Ωστόσο, πίσω από τον μέσο όρο καταγράφονται σημαντικά μεγαλύτερες αυξήσεις σε κρίσιμα υλικά:
- Πετρέλαιο κίνησης: +26%
- Ηλεκτρική ενέργεια: +13,9%
- Χάλκινοι αγωγοί: +9%
- Τούβλα: +7,5%
- Κουφώματα αλουμινίου: +5,5%
Η εκτόξευση του κόστους καυσίμων επηρεάζει άμεσα τις μεταφορές υλικών και τη λειτουργία των μηχανημάτων έργου, ενώ η άνοδος της ενέργειας μετακυλίεται στο συνολικό κόστος παραγωγής δομικών υλικών.
Το αδιέξοδο με τις δημόσιες συμβάσεις
Στην επιστολή τους προς το υπουργείο, οι εργοληπτικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί αναθεώρησης τιμών δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Όπως τονίζουν, δεν υπάρχει σήμερα ένας λειτουργικός και θεσμικά επαρκής μηχανισμός παρακολούθησης του πραγματικού κόστους των υλικών, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις να εκτελούνται με παρωχημένα οικονομικά δεδομένα.
Παράλληλα, αναφέρουν ότι από τις αρχές Μαρτίου έως τον Ιούνιο του 2026 καταγράφονται αυξήσεις από 20% έως 35% σε βασικά ενσωματούμενα υλικά δημοσίων έργων.
Ο κίνδυνος για κρίσιμα έργα υποδομής
Οι οργανώσεις προειδοποιούν ότι η αρχική εκτίμηση για προσωρινό χαρακτήρα των ανατιμήσεων έχει πλέον διαψευστεί, καθώς δεν καταγράφεται ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών.
Αντίθετα, όπως αναφέρουν, τόσο ο πληθωρισμός όσο και οι τιμές ενέργειας και πρώτων υλών αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στο πλαίσιο αυτό, κάνουν λόγο για σοβαρό κίνδυνο στη βιωσιμότητα της εκτέλεσης κρίσιμων έργων υποδομής σε όλη τη χώρα, σε μια περίοδο κατά την οποία η απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα.
Τα αιτήματα προς το Υπουργείο Υποδομών
Με την επιστολή τους ζητούν:
- Την άμεση ενεργοποίηση της παραγράφου 23 του άρθρου 153 του Ν. 4412/2016
- Την αναπροσαρμογή των συντελεστών αναθεώρησης όταν παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις τιμών
- Τη σύνδεση των αναθεωρήσεων με τον Γενικό Δείκτη Τιμών Υλικών της ΕΛΣΤΑΤ
- Ειδικά μέτρα για άσφαλτο και πετρελαϊκά παράγωγα
Παράλληλα, προτείνουν τη δημιουργία αντικειμενικού και διαφανούς μηχανισμού προσαρμογής των συμβάσεων στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς.
Επιπτώσεις στους προϋπολογισμούς των έργων
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, κάθε 1 εκατ. ευρώ σε οικοδομικά υλικά κοστίζει σήμερα περίπου 41.000 ευρώ περισσότερο σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Σε έργο 10 εκατ. ευρώ, η επιβάρυνση φτάνει τις 410.000 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται εργατικά, μεταφορικά και χρηματοοικονομικά κόστη.
Παρά τη μικρή επιβράδυνση του πληθωρισμού στο δωδεκάμηνο Μαΐου 2025 – Απριλίου 2026 (2,6% έναντι 4,9% στο προηγούμενο έτος), ο τεχνικός κόσμος επισημαίνει ότι η αγορά δεν έχει ακόμη επιστρέψει σε συνθήκες σταθερότητας.
Προειδοποίηση για την επόμενη μέρα
Οι εργοληπτικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι χωρίς έγκαιρες παρεμβάσεις υπάρχει κίνδυνος καθυστερήσεων ή δυσλειτουργιών στην εκτέλεση σημαντικών έργων υποδομής.
Σε μια περίοδο που η χώρα καλείται να επιταχύνει τις επενδύσεις και να αξιοποιήσει τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, το ζήτημα του κόστους των δημοσίων έργων επανέρχεται δυναμικά στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής.