Σε μια κρίσιμη στροφή για την προστασία και ανάδειξη του πολιτιστικού μας πλούτου, το Υπουργείο Πολιτισμού παρουσίασε το νέο στρατηγικό πλαίσιο διαχείρισης των 20 ελληνικών μνημείων που περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Η ημερίδα που φιλοξενήθηκε στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ανέδειξε την ανάγκη μετάβασης από την αποσπασματική προστασία σε ένα ολιστικό μοντέλο, όπου τα Διαχειριστικά Σχέδια μετατρέπονται από «γραφειοκρατική υποχρέωση» σε ισχυρό μοχλό ανάπτυξης και χρηματοδότησης.
Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα: «Από τη διαχείριση της καθημερινότητας περνάμε στον στρατηγικό σχεδιασμό». Τα σχέδια αυτά δεν θωρακίζουν απλώς τα μνημεία απέναντι στην κλιματική κρίση και τις τουριστικές πιέσεις, αλλά καθιστούν τις περιοχές «επιλέξιμες» για εθνικά και ευρωπαϊκά κονδύλια.
Η Ήπειρος στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη αναφορά στην ημερίδα έγινε για την Ήπειρο, με τον Περιφερειάρχη Αλέξανδρο Καχριμάνη να υπογραμμίζει τη σημασία της αγαστής συνεργασίας με το Υπουργείο. Η ένταξη του Ζαγορίου στον κατάλογο της UNESCO αποτέλεσε το «διαμάντι» της συζήτησης, ενώ ο κ. Καχριμάνης υπενθύμισε ότι η συνέργεια Πολιτείας και Αυτοδιοίκησης είναι αυτή που «ξεμπλοκάρει» έργα που για χρόνια φάνταζαν ακατόρθωτα.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρθηκε η Νικόπολη, όπου η συνεργασία αυτή επέτρεψε την απομάκρυνση της εθνικής οδού από τον αρχαιολογικό χώρο – μια παρέμβαση που αναβαθμίζει πλήρως την επισκεψιμότητα και την προστασία του μνημείου.
Καινοτομία και Τεχνητή Νοημοσύνη
Το Υπουργείο Πολιτισμού ανοίγει παράλληλα την πόρτα στην ψηφιακή εποχή. Σε συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, εισάγεται η χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης και εξειδικευμένων γλωσσικών μοντέλων (LLM), προσφέροντας στα στελέχη των υπηρεσιών ένα πανίσχυρο εργαλείο τεκμηριωμένης λήψης αποφάσεων.
Με τη νομοθέτηση της υποχρεωτικότητας των Διαχειριστικών Σχεδίων για κάθε οργανωμένο αρχαιολογικό χώρο, η χώρα αποκτά επιτέλους τον «οδικό χάρτη» που έλειπε. Για την Ήπειρο, η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε μια μεγάλη ευκαιρία: η πολιτιστική κληρονομιά παύει να είναι ένα στατικό απολίθωμα και γίνεται ο πυρήνας μιας βιώσιμης, τοπικής αναπτυξιακής στρατηγικής.