Η δυναμική του ελληνικού ακτινιδίου στο εξωτερικό ενισχύεται συνεχώς, καθώς η παραγωγή έχει διπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, ενώ νέες αγορές ανοίγονται για το προϊόν, με πιο πρόσφατη αυτή του Βιετνάμ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ελληνικό ακτινίδιο παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά εξαγώγιμα φρούτα, ενισχύοντας τον αγροδιατροφικό τομέα και την εξαγωγική δυναμική της χώρας.
Αύξηση παραγωγής 100% σε 10 χρόνια
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η εγχώρια παραγωγή ακτινιδίου εκτινάχθηκε από 171.719 τόνους το 2014 σε 341.998 τόνους το 2024, καταγράφοντας αύξηση 100% μέσα σε μία δεκαετία. Η άνοδος αυτή οφείλεται σε επενδύσεις σε νέες φυτεύσεις, σύγχρονες καλλιεργητικές πρακτικές και οργανωμένη παραγωγή σε παραδοσιακές περιοχές.
Η Βόρεια Ελλάδα παραμένει η βασική περιοχή καλλιέργειας:
- Κεντρική Μακεδονία: 1.402.269 τόνοι
- Ήπειρος: 720.800 τόνοι
- Ανατολική Μακεδονία και Θράκη: 697.501 τόνοι
Όπως δήλωσε ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, «η σταθερή παραγωγή και η επένδυση σε υποδομές και ποιότητα έχουν καθιερώσει το ελληνικό ακτινίδιο ως βασικό εξαγώγιμο προϊόν».
Οι ελληνικές εξαγωγές ενισχύονται διεθνώς
Η τρέχουσα εμπορική περίοδος δείχνει ότι έως τις 13 Φεβρουαρίου 2026 έχουν εξαχθεί περίπου 154.069 τόνοι ελληνικού ακτινιδίου, με βασικούς προορισμούς:
- Ισπανία: 21.421 τόνοι
- ΗΠΑ: 18.259 τόνοι
- Ιταλία: 15.031 τόνοι
- Βραζιλία: 13.936 τόνοι
- Πολωνία: 8.592 τόνοι
Η παγκόσμια φήμη της Ελλάδας ως παραγωγού ποιοτικού ακτινιδίου επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία του ΟΗΕ (UN Comtrade), που κατατάσσουν τη χώρα το 2024 στην τρίτη θέση παγκοσμίως σε αξία εξαγωγών ακτινιδίου.
Άνοιγμα της αγοράς του Βιετνάμ
Μετά από πολυετείς διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 2016, η αγορά του Βιετνάμ ανοίγει επίσημα για το ελληνικό ακτινίδιο, με όλα τα προϊόντα (πρασινόσαρκες και κιτρινόσαρκες ποικιλίες) να μπορούν να εξαχθούν από 1 Μαρτίου 2026, υπό αυστηρούς όρους φυτοϋγείας και ψυχρής μεταχείρισης.
Με πληθυσμό περίπου 102 εκατομμυρίων, το Βιετνάμ αποτελεί μια στρατηγική αγορά για την Ελλάδα, καθώς οι εισαγωγές φρούτων και λαχανικών ξεπέρασαν 1,9 δισ. δολάρια το πρώτο εννεάμηνο του 2025.
Ο κ. Πρωτοψάλτης τόνισε ότι «η συμφωνία με το Βιετνάμ ενισχύει τη θέση της Ελλάδας στις δυναμικές αγορές της Ασίας, δημιουργώντας νέες δυνατότητες για ένα προϊόν που ήδη ηγείται στην ελληνική παραγωγή νωπών φρούτων».