Η ελληνική αγορά εργασίας καταγράφει ιστορική καμπή, καθώς για πρώτη φορά από την έναρξη καταγραφής στοιχείων η νεανική ανεργία υποχώρησε κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σηματοδοτώντας βαθιά μεταβολή στη δυναμική της απασχόλησης και της οικονομικής ανάκαμψης. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη σταδιακή ενίσχυση της παραγωγικής δραστηριότητας, την αύξηση των επενδύσεων και τη διεύρυνση των ευκαιριών εισόδου των νέων στην αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, το ποσοστό ανεργίας στις ηλικίες 15-24 ετών διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο στο 13%, χαμηλότερα κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με έναν χρόνο πριν, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο αντίστοιχος δείκτης ανήλθε στο 14,7%. Πρόκειται για την πρώτη φορά από το 2000 που η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερη επίδοση από τον μέσο όρο των 27 κρατών-μελών.
Η σύγκλιση αυτή αποτυπώνει τη σημαντική βελτίωση της απασχόλησης την τελευταία εξαετία, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, περίοδο κατά την οποία ενισχύθηκαν οι επενδύσεις, αυξήθηκαν οι θέσεις εργασίας και επιταχύνθηκε η απορρόφηση νέων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Η εικόνα στην απασχόληση των νέων
Τα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ καταγράφουν σαφή διεύρυνση της συμμετοχής των νέων στην αγορά εργασίας. Από το 2019 έως το 2025 οι ιδιωτικοί υπάλληλοι έως 24 ετών αυξήθηκαν κατά 64.900 άτομα. Στο ίδιο διάστημα δημιουργήθηκαν συνολικά 563.000 νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, γεγονός που σημαίνει ότι το 11,5% των νέων προσλήψεων αφορά εργαζόμενους νεαρής ηλικίας.
Η ενίσχυση της απασχόλησης συνδέεται με τη συνολική ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά και με την εφαρμογή πολιτικών που επηρέασαν το κόστος εργασίας και την τυπική απασχόληση, όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 μονάδες από το 2019 και η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, που περιόρισε την αδήλωτη εργασία και τις «μαύρες» υπερωρίες.
Από το ιστορικό υψηλό στην αποκλιμάκωση
Η σημερινή εικόνα αποτελεί εντυπωσιακή αντιστροφή της περιόδου της οικονομικής κρίσης. Το υψηλότερο επίπεδο νεανικής ανεργίας καταγράφηκε τον Μάιο του 2013, όταν έφτασε στο 62,5%, έναντι 25% στην ΕΕ. Ο δείκτης παρέμεινε πάνω από το 40% έως τα μέσα του 2018, με την Ελλάδα να βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης.
Από το 2019 ξεκίνησε σταδιακή αποκλιμάκωση, η οποία προσωρινά ανακόπηκε από την πανδημία. Ωστόσο, από τα τέλη του 2022 και μετά, με την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας και την ενίσχυση των επενδύσεων, η ανεργία των νέων άρχισε να μειώνεται με ταχύτερο ρυθμό. Το 2024 υποχώρησε κάτω από το 20%, ενώ το 2025 η πτώση επιταχύνθηκε, με τον δείκτη να μειώνεται κατά σχεδόν οκτώ μονάδες μέσα σε μόλις τρεις μήνες.
Ο ρόλος φορολογίας, πολιτικών και επενδύσεων
Παράγοντες της αγοράς εργασίας επισημαίνουν ότι η μείωση της ανεργίας δεν οφείλεται μόνο στην ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά και σε ένα πλέγμα παρεμβάσεων που ενίσχυσαν τα διαθέσιμα εισοδήματα και τα κίνητρα πρόσληψης. Σημαντική θεωρείται και η επίδραση των φοροελαφρύνσεων που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ, οι οποίες προβλέπουν μηδενική φορολόγηση για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ για εργαζόμενους έως 25 ετών, αυξάνοντας το καθαρό εισόδημα και τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας.
Στελέχη της αγοράς υπογραμμίζουν ότι οι νέοι εργαζόμενοι παραμένουν η πιο ευάλωτη κατηγορία σε αδήλωτη εργασία και επισφαλείς πρακτικές, ωστόσο η συστηματική μείωση της ανεργίας δείχνει ότι η αγορά εργασίας απορροφά πλέον ταχύτερα το ανθρώπινο δυναμικό.
Η σύγκριση με την Ισπανία
Η βελτίωση της ελληνικής αγοράς εργασίας αποτυπώνεται και στη σύγκριση με την Ισπανία, χώρα με παρόμοια πορεία κατά την περίοδο της κρίσης. Από το 2023 η Ελλάδα εμφανίζει σαφώς καλύτερη εικόνα, καθώς τον Δεκέμβριο η νεανική ανεργία στην Ισπανία διαμορφώθηκε στο 23,4%, περισσότερες από δέκα μονάδες υψηλότερα από την ελληνική επίδοση.
Η εξέλιξη αυτή καταγράφει μια ουσιαστική μεταστροφή για την ελληνική οικονομία, καθώς η μείωση της ανεργίας των νέων αποτελεί κρίσιμο δείκτη βιώσιμης ανάπτυξης, παραγωγικότητας και μελλοντικής ενίσχυσης της αγοράς εργασίας.