Το 2025 έκλεισε με ιστορικό ρεκόρ εξαγωγών για τη φέτα, το σημαντικότερο success story της ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις έγκυρων πηγών της αγοράς, η αξία των εξαγωγών φέτας κυμάνθηκε μεταξύ 850 και 900 εκατ. ευρώ, κατατάσσοντας το προϊόν ανάμεσα στα κορυφαία εξαγώγιμα προϊόντα της ελληνικής οικονομίας.
Η αύξηση της εξαγωγικής αξίας αγγίζει περίπου το 7%, ενώ σε όγκο εξάγεται περίπου το 70% της ελληνικής παραγωγής, δηλαδή 85.000 τόνοι φέτας, με την αύξηση του όγκου να φτάνει το 9%. Οι ελληνικές τυροκομικές επιχειρήσεις προχώρησαν σε μείωση των τιμών στις διεθνείς αγορές, ώστε να αντιμετωπίσουν την πίεση από το ανταγωνιστικό λευκό τυρί, ειδικά στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπου οι τιμές του αγελαδινού γάλακτος μειώθηκαν σημαντικά.
Αντιμετώπιση ανταγωνισμού και διεθνείς προκλήσεις
Παρά τη μείωση των τιμών, η ελληνική φέτα παραμένει σε υψηλή ζήτηση, με στόχο τη διατήρηση των αγορών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ισχύουν δασμοί που έχουν επιβληθεί το προηγούμενο διάστημα, οι πωλήσεις παρέμειναν σταθερές σε σύγκριση με το 2024, «χάνοντας» όμως την αύξηση που παρατηρήθηκε σε άλλες αγορές.
Ταυτόχρονα, η ελληνική γαλακτοβιομηχανία αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις από την ευλογιά των αιγοπροβάτων, που οδήγησε σε σφαγή 473.000 ζώων. Ορισμένες χώρες, όπως η Αυστραλία, ζητούν πλέον πιστοποιητικά που να βεβαιώνουν ότι το γάλα που χρησιμοποιείται δεν προέρχεται από άρρωστα ζώα, επηρεάζοντας τις εξαγωγές τυροκομικών.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι εάν η διαχείριση της νόσου δεν βελτιωθεί κατά τους χειμερινούς μήνες, το πρόβλημα θα επιδεινωθεί την άνοιξη. Παρά ταύτα, η εισκόμιση πρόβειου γάλακτος προς τις τυροκομικές μονάδες συνεχίζεται κανονικά, καθώς οι καταστροφές αφορούν κυρίως κρεοπαραγωγικές μονάδες ή μονάδες με χαμηλή παραγωγή γάλακτος.
Η φέτα ως σημαντικό εξαγώγιμο προϊόν
Η φέτα παραμένει σημαντικό εργαλείο εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας, συνδυάζοντας υψηλή ζήτηση με την ανάγκη διατήρησης της ποιότητας και της φήμης της σε διεθνείς αγορές. Το 2025 απέδειξε ότι η ελληνική γαλακτοβιομηχανία μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του ανταγωνισμού, ενώ η διαχείριση κρίσεων όπως η ευλογιά θα καθορίσει την πορεία των εξαγωγών το 2026.
-Με πληροφορίες από τον Οικονομικό Ταχυδρόμο