Σημαντική άνοδο καταγράφουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, με τα δημόσια νοσοκομεία να κρατούν τη μερίδα του λέοντος. Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές πλήττουν τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, δημιουργώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία και την αγορά.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2025, τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς ιδιώτες ανήλθαν στα 3,8 δισ. ευρώ. Ειδικότερα, οι οφειλές προς προμηθευτές φτάνουν τα 3,026 δισ. ευρώ, από 2,3 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2024. Προσθέτοντας τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων ύψους 766 εκατ. ευρώ, ο συνολικός «λογαριασμός» διαμορφώνεται στα 3,79 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο βάρος φέρει ο τομέας της Υγείας: τα δημόσια νοσοκομεία χρωστούν 1,683 δισ. ευρώ, αυξημένα σημαντικά σε σχέση με το 2024, όταν τα χρέη δεν ξεπερνούσαν τα 344 εκατ. ευρώ το 2019.
Μικρή αύξηση καταγράφεται στα ληξιπρόθεσμα των ΟΤΑ, που από 236 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο φτάνουν στα 237 εκατ. ευρώ, ενώ οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης παρουσιάζουν οριακή μείωση, από 590 σε 582 εκατ. ευρώ.
Όσον αφορά τις επιστροφές φόρων, το συνολικό ποσό φτάνει τα 766 εκατ. ευρώ, με 419 εκατ. ευρώ να αφορούν οφειλές άνω των 90 ημερών. Από αυτά, τα 197 εκατ. ευρώ δεν διεκδικούνται, λόγω έλλειψης δικαιολογητικών ή μη ανταπόκρισης των δικαιούχων, αφήνοντας πραγματικά ληξιπρόθεσμο ποσό 222 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, εκκρεμούν 347 εκατ. ευρώ υπό προθεσμία 90 ημερών, με την πλειονότητα να αφορά ΦΠΑ και άμεσους φόρους εισοδήματος.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει την ανάγκη στρατηγικής διαχείρισης των δημόσιων πληρωμών, προκειμένου να στηριχθεί η ρευστότητα των επιχειρήσεων και η εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας.