Η κυβέρνηση εντείνει τον έλεγχο στους μεγαλοοφειλέτες του Δημοσίου, με στόχο την ανάκτηση ληξιπρόθεσμων χρεών που ξεπερνούν τα 110 δισ. ευρώ. Το σχέδιο περιλαμβάνει κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και διασταυρώσεις τραπεζικών δεδομένων, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας, με σκοπό την ενίσχυση της εισπραξιμότητας και την αποκατάσταση της φορολογικής ισονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται σε εξέλιξη 26 πλειστηριασμοί ακινήτων, με τιμές εκκίνησης από 1.000 έως 3,18 εκατ. ευρώ, οι οποίοι θα ολοκληρωθούν έως τον Ιανουάριο του 2026. Στη λίστα περιλαμβάνονται κατοικίες, επαγγελματικοί χώροι, αγροτεμάχια και οικοδομές σε περιοχές όπως Χαλάνδρι, Βουλιαγμένη, Νέα Ιωνία, Αγία Παρασκευή και Σύρος.
Η επιλογή των ακινήτων γίνεται με βάση την ρευστοποιήσιμη αξία και με στόχο την αποφυγή κοινωνικών εντάσεων, ενώ οι ειδοποιήσεις για ένταξη σε ρυθμίσεις 24 ή 48 δόσεων είχαν περιορισμένη ανταπόκριση, οδηγώντας τη φορολογική διοίκηση σε αυστηρότερα μέτρα.
Παράλληλα, έλεγχοι δεν περιορίζονται στα ακίνητα. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν πολυτελή οχήματα, σκάφη και μετοχικά πακέτα, ενώ ελέγχονται πιθανές μεταβιβάσεις σε εταιρείες-«κέλυφος» για την αποφυγή κατασχέσεων.
Η φορολογική διοίκηση αξιοποιεί σύγχρονα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων, διασταυρώνοντας δηλώσεις εισοδήματος, τραπεζικές κινήσεις και περιουσιακά στοιχεία. Επιπλέον, οι διεθνείς συνεργασίες με ευρωπαϊκές αρχές και τον ΟΟΣΑ διευκολύνουν την πρόσβαση σε πληροφορίες για περιουσίες Ελλήνων στο εξωτερικό.
Το πρόγραμμα πλειστηριασμών και κατασχέσεων αναμένεται να επεκταθεί έως το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ η κυβέρνηση προβάλλει τα μέτρα ως μέτρα δικαιοσύνης και εξυγίανσης, με την αντιπολίτευση να επισημαίνει την πιεστική δημοσιονομική διάσταση και τους κινδύνους για πολίτες με πραγματική αδυναμία.
Στόχος του σχεδίου δεν είναι μόνο η αύξηση των εσόδων, αλλά και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών σε ένα φορολογικό σύστημα που για χρόνια αντιμετώπιζε άνισα τους οφειλέτες.