Ένας Αμερικανός στην Ήπειρο

ΤΟΠΟΙ

Μπορεί το παρελθόν να μείνει ζωντανό μέσα στο παρόν; Μπορούμε να διαφυλάξουμε ένα κομμάτι παρελθόντος χωρίς αυτό να γίνει μουσειακό έκθεμα χάνοντας την ψυχή του; Μπορούμε να ξαναβρούμε την ψυχή ενός κοινοτισμού που ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν χωρίς να το θεωρήσουμε ένα απρόσμενο δώρο, μια λάμψη από ένα αστέρι που έσβησε πριν από πολλά χρόνια;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο φιλόσοφος, κριτικός και μουσικός παραγωγός Κρίστοφερ Κινγκ στο βιβλίο του «Ηπειρώτικο μοιρολόι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δώμα». Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και φιλόδοξο τόλμημα: λαογραφία, εθνογραφία, μουσικολογία, φιλοσοφία, ταξιδιωτική περιγραφή. Πάνω απ’ όλα όμως ένας ύμνος στη μουσική της κοινότητας, στη συλλογική ζωή και στις κοινές εμπειρίες: δύσκολος βιοπορισμός, απώλεια, θλίψη, χαρά, μνήμη, προφορικότητα, δημιουργία, έμπνευση, κάθαρση.

Φιλοσοφικά, το βιβλίο διαπνέεται από το πνεύμα του Ρομαντισμού, δηλαδή την αίσθηση της νοσταλγίας για ένα κοινοτικό παρελθόν που πνίγηκε στα παγωμένα νερά της νεωτερικότητας. Η μουσική είναι συλλογική υπόθεση, προϋποθέτει ένα κοινωνικό περιβάλλον και επιτελεί έναν συγκεκριμένο σκοπό, τουλάχιστον στις παραδοσιακές κοινωνίες: «είναι τροφή για την ψυχή», ενώ ειδικά στην Ηπειρο, όπου «η ζωή στα βουνά ήταν πάντοτε σκληρή και όλα ήταν αβέβαια, η μουσική είναι ένα βάλσαμο -ένα γιατρικό- για το άγνωστο και το μοιραίο».

Προλογίζοντας το βιβλίο, ο Κινγκ, χωρίς να το λέει ρητά, αναφέρεται στην ιστορική σύγκρουση Κοινωνίας - Κοινότητας (Gesellschaft vs Gemeinschaft), της νεωτερικότητας με τις παραδοσιακές δομές. «Πριν η μουσική γίνει εμπόρευμα...οι ανθρώπινες κοινότητες την είχαν ανάγκη και ως εκ τούτου οι μουσικοί έχαιραν σεβασμού», όπως δηλαδή όλοι οι τεχνίτες που ταυτίζονταν με την τέχνη τους, την οποία γενιά τη γενιά ανέβαζαν σε νέα ύψη.

Ο τεχνίτης είχε πρόσωπο, ήταν γνωστός και καταξιωμένος. Κάθε προϊόν της δουλειάς του είχε την υπογραφή του και ήταν μοναδικό, σε αντίθεση με τα απρόσωπα προϊόντα της βιομηχανίας που είναι πανομοιότυπα. Και επιπλέον: η μουσική σαν τέχνη προϋποθέτει μια μαθητεία: ο μάστορας και ο κάλφας των μεσαιωνικών κοινοτήτων ή ο τεχνίτης και ο μαθητευόμενος.

Και όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο μιας οργανικής κοινότητας που βασίζεται στη μνήμη και την παράδοση για τη μεταφορά του πολιτισμού. Στη μοντέρνα μουσική, μας λέει ο συγγραφέας, «ακούω εγωκεντρισμό, όλα έχουν να κάνουν με το εγώ», ενώ στην παλιά μουσική «ακούω ιστορική συνέχεια, ανιδιοτέλεια, τη φωνή της κοινότητας».

Ο Κινγκ, φλερτάροντας, αλλά χωρίς να ενδίδει σε κάποιο είδος «εξωτισμού» ή ιδιότυπου «οριενταλισμού», καταφέρνει να μιλήσει για ένα μέρος -την Ηπειρο (et in Arcadia ego)- στην οποία η παραδοσιακή μουσική έχει σκοπό: «αποτελεί εργαλείο επιβίωσης και επούλωσης των πληγών της κοινότητας».

Ανιχνεύει στην τοπική μουσική τα προχριστιανικά μονοπάτια της μέθεξης, της γιορτής, του διονυσιασμού και της έκστασης, στοιχεία που επιβίωσαν για χιλιετίες και που έρχονται σε αντιπαράθεση με το απολλώνιο πνεύμα και τον δυτικό ορθολογισμό, αφού σ’ αυτήν αναγνωρίζει «μια άφατη διάσταση, η οποία λέει κάτι βαθύ για την ανθρώπινη κατάσταση».

Η ιλιγγιώδης ποικιλία των μουσικών του κόσμου όμως, ακριβώς όπως λαοί, φυλές και γλώσσες αλέθονται από τον μύλο της παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποίησης που την ακολουθεί, και κάθε προσπάθεια ανάδειξης και διάσωσης τοπικών ιδιαιτεροτήτων αξίζουν την προσοχή και τη στήριξή μας.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών, Συντάκτης: Τάσος Τσακίρογλου